μάϊνα μαΐστρα

να μη ζητάμε από τον εαυτό μας περισσότερα απ’ όσα αντέχει

όταν ακόμη μπάρκαρε, στεκόταν στο φτερό της γέφυρας που απάγκιαζε, ακουμπισμένος στην κουπαστή. σκεφτόταν πού θα ζούσε όταν γερνούσε. αθήνα, πάτρα ή θιάκι; είχε επιλογές.

η μόνη εικόνα που τον ησύχαζε ήταν το μπαλκονάκι του σπιτιού του στο θιάκι. δεν πήρε κάποια μεγάλη απόφαση. ήρθε μόνο του και έμεινε.

οι πόλεις έχουν γιατρούς, σινεμά, φίλους και μαγαζιά. στο θιάκι έχει τις ελιές, τον βράχο στη θάλασσα, τη βροχή, τον αέρα, τα δειλινά και τις χαραυγές. τις κουρούνες, τους γλάρους, τα σπουργίτια. και τον χειμώνα το τζάκι και τον εαυτόν του. το καλοκαίρι τον κουράζει. ο τόπος του δεν χρειάζεται να είναι τέλειος για να θέλει να ζει εκεί.

ήταν πάντα άνθρωπος του καφενείου. είχε ανάγκη την παρέα. με τα χρόνια, όμως, άρχισε να τον κουράζει το καθημερινό κάθισμα: να ακούει, να απαντά στον καθένα, να λέει καμιά φορά όσα περίμεναν να ακούσουν. άλλο απασχολούσε τον έναν, άλλο τον άλλον. κι εκείνος είχε τα δικά του.

στην πάτρα συναντά παλιούς φίλους και το χαίρεται. κάπου κάπου ένα ψάρεμα, ένα ταξιδάκι, μια κουβέντα που δεν χρειάζεται να την υποκριθεί. του φτάνουν.

για χρόνια έτρεχε για τα χρήματα. τώρα δεν θέλει να δίνει κι άλλο από τη ζωή του για να αποκτήσει περισσότερα. αγαπά τα παιδιά και τους δικούς του ανθρώπους, αλλά δεν μπορεί να ζει σαν να είναι κάθε ανάγκη τους αποκλειστικά δική του ευθύνη. έχουν κι εκείνοι τον δρόμο τους.

έχουμε επιλογές, αλλά δεν χρειάζεται να τις κυνηγάμε όλες. ούτε να αποδεικνύουμε κάθε μέρα ότι ακόμη αντέχουμε. ο σεβασμός στον εαυτό μας περιλαμβάνει και το να αναγνωρίζουμε την κούρασή του.

καμιά φορά μάς φταίει ο τόπος, η παρέα, ο άλλος. αλλά όπου κι αν πάμε, παίρνουμε μαζί μας τον εαυτό μας. χρειάζεται να μάθουμε να ζούμε μαζί του, με όσα κατάφερε και όσα δεν κατάφερε.

«τη ζωή μου την πέρασα στα φτερά της γέφυρας, σε μια βάρκα, σ’ ένα μπαρ του κόσμου, με τον καλύτερό μου φίλο — εμένα.»

αυτόν τον φίλο πρέπει κάποτε να τον ακούσουμε. όταν λέει ότι κουράστηκε, όταν ζητά λίγη ησυχία, όταν θέλει να χαρεί μια μέρα χωρίς να πρέπει να κερδίσει κάτι από αυτήν.

στο κατάστρωμα ενός παλιού ιστιοφόρου, μόνος του, φωνάζει:

«μάινα μαΐστρα!»

δίνει την εντολή στον εαυτό του. για να συνεχίσει το ταξίδι με όσες δυνάμεις έχει, χωρίς να τις ξοδέψει όλες πριν χαρεί τη διαδρομή.

«με δέκα κανόνια σε κάθε πλευρά,
με τον άνεμο από πρύμα κι όλα τα πανιά ανοιχτά,
ένα μπριγκαντίνι δεν σκίζει τη θάλασσα — πετάει.

το καράβι μου είναι ο θησαυρός μου,
εκείνο που μου έδωσε την ελευθερία.

ταξίδευε, ιστιοφόρο μου, χωρίς φόβο.
ούτε εχθρός, ούτε καταιγίδα, ούτε μπουνάτσα
θα σου αλλάξουν την πορεία.

κι ενώ τραγουδά η βροντή της φουρτούνας,
η καρδιά μου υψώνεται ελεύθερη
πάνω από την απέραντη θάλασσα.

νόμος μου η δύναμή μου και ο άνεμος,
μοναδική πατρίδα μου η θάλασσα».

— δδμανιάς


το καράβι είναι ο θησαυρός του γιατί του επιτρέπει να ορίζει την πορεία του. αυτή είναι η ελευθερία που τραγουδά: να μη ζεις σκυμμένος, να αντέχεις τη φουρτούνα και να κρατάς το τιμόνι της ζωής σου. όποιος όμως έζησε στη θάλασσα ξέρει πως θέλει και δύναμη και γνώση. έχουμε επιλογές, αλλά πρέπει να ξέρουμε πότε να μαϊνάρουμε τη μαΐστρα. κι αυτό ελευθερία είναι: να μπορείς να πεις «ως εδώ», χωρίς να χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα σε κανέναν.

— δδμανιάς


Discover more from iloveithaki.gr

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Hot this week

οι τράπεζες ωφελούν τους μετόχους και γδέρνουν τους πολίτες

τα μεγάλα κέρδη δεν σημαίνουν καλύτερη ζωή για εκείνους...

οι ευρωπαίοι αγριεύουν

η απογοήτευση γίνεται οργή. το ζητούμενο είναι να μετατραπεί...

τα είπε έξω από τα δόντια ο λαζόπουλος

τρίτη θητεία, τέμπη και ελευθερία του λόγου στο στόχαστρο...

ούλα σκληρά κι ανάποδα κι ο λύκος χορτασμένος

το κοπάδι μετράει τις μπουκιές του κι οι ποιμενάρχες...

το καλοκαίρι του 1960 στο μενίδι

στη μνήμη της θείας νίκαινας και των ανώνυμων γυναικών...

Topics

οι τράπεζες ωφελούν τους μετόχους και γδέρνουν τους πολίτες

τα μεγάλα κέρδη δεν σημαίνουν καλύτερη ζωή για εκείνους...

οι ευρωπαίοι αγριεύουν

η απογοήτευση γίνεται οργή. το ζητούμενο είναι να μετατραπεί...

τα είπε έξω από τα δόντια ο λαζόπουλος

τρίτη θητεία, τέμπη και ελευθερία του λόγου στο στόχαστρο...

ούλα σκληρά κι ανάποδα κι ο λύκος χορτασμένος

το κοπάδι μετράει τις μπουκιές του κι οι ποιμενάρχες...

το καλοκαίρι του 1960 στο μενίδι

στη μνήμη της θείας νίκαινας και των ανώνυμων γυναικών...

κακομοίρηδες ή, καλύτερα, μαλάκες;

η πιο ψυχρή κοροϊδία σ’ έναν λαό που υποφέρει «Έχουμε...

1959, ένα καλοκαίρι στην άρτα και η διαπόμπευση

δεκατριών χρονών, μόνος με τον «γλάρο» για την πρέβεζα....

ο εργάτης δεν μπορεί να σταματήσει να τρώει

όταν η ανάγκη για ψωμί γίνεται δύναμη στα χέρια...

Related Articles

Popular Categories