
iloveithaki.gr, 27/1/2026
ένα χρονικό της καθημερινής αλήθειας, του νιόνιου του μανιά του μήδη
έβλεπα ανθρώπους.
που ήθελαν να είναι γνωστοί.
να τους μιλούν.
να τους βλέπουν.
να τους χαμογελούν.
γιατί το ήθελαν;
ποτέ δεν κατάλαβα.
θα μου πεις:
αν δεν τους μιλούν, είναι καλύτερα;
δεν ξέρω.
δεν κατάλαβα ποτέ ποια είναι η διαφορά.
αν υπάρχει συμφέρον, το πιάνω.
είναι ανθρώπινο.
αν δεν υπάρχει;
όχι. δεν το πιάνω.
στο upper east side του μανχάταν
να κυκλοφορείς με λιμουζίνα
και δυο γκόμενες
το καταλαβαίνω.
το κάνεις για να σκάσουν οι άλλοι.
στο θιάκι όμως;
γιατί;
κι εδώ έρχεται η ερώτηση.
η απλή.
η άβολη.
πού θα σου άρεσε να ζεις;
- σε ένα χωριό στο ζιμπάμπουε
- στο θιάκι
- στο upper east side του μανχάταν
- στο svalbard, στον αρκτικό ωκεανό
εδώ σας θέλω.
εγώ λέω το εξής.
για να ζεις καλά
για να είσαι ήσυχος
δεν μετράνε ο τόπος
ούτε το κλίμα
ούτε τα λεφτά.
μετράνε οι άνθρωποι.
αυτοί που ζεις μαζί τους.
αυτοί που σ’ αγαπάνε.
κι η αγάπη που κυκλοφορεί γύρω σου
χωρίς ταμπέλες
χωρίς βιτρίνες.
το migingo
είναι ένα βραχάκι.
ούτε γήπεδο ποδοσφαίρου δεν είναι.
κομμένο στα δύο.
μέσα στη λίμνη βικτώρια.
εκεί βγαίνει η πέρκα του νείλου.
αυτή που τρώμε κι εδώ.
στην ευρώπη.
στην ελλάδα.
εκεί ζουν άνθρωποι.
στοίβα.
φτωχοί.
ψαράδες.
κι όμως…
έχουν αγορά.
έχουν καφενείο.
έχουν και οίκο ανοχής.
ζωή δηλαδή.
κανονική.
όπως παντού.
τελικά
ούτε το κρύο
ούτε η ζέστη
ούτε τα λεφτά παίζουν ρόλο.
εκείνο που μετράει
είναι η ζέστη που έχεις μέσα σου.
να βλέπεις τον άλλον σαν εσένα.
όλους.
χωρίς εξαιρέσεις.
γιατί όλοι
είμαστε τα έργα μας.
κι επειδή το πάτημά μας
σ’ αυτή τη γη
πρέπει να είναι ελαφρύ.
κατα τα έργα μας.
αλληλούια.
Φιγούρα ξωτική και ταξιδιάρικη
στο φως του φεγγαριού ανθίζει πάλι
γιατί όλη την ζωή του την εξόδεψε
παράφορα γυρεύοντας μιαν άλλη
Θυμάμαι σαν παιδί γελούσε και έλεγε
στην σέλα ακροβατώντας ποδηλάτου:
Τον κόσμο εμείς θα φέρουμε στα μέτρα μας
πριν να μας φέρει εκείνος στα δικά του
Μα ο κόσμος προχωρά χωρίς να μας ρωτά
κλεισμένοι δρόμοι, κλέφτες και αστυνόμοι
αγάπα το κελί σου, του παν, κι ύστερα
έξω πιο μόνος μα γελούσε ακόμη
Μια νύχτα μεθυσμένη παίρνει ανάποδες
ημερολόγια καίει και πτυχία
Το χάραμα μπαρκάρει σε πειρατικό
για της ζωής του την σκηνοθεσία
Αλγέρι, Αλεξάνδρεια, South Africa
στο Άμστερνταμ δυο τέρμινα και κάτι
γλιστρούσαν οι αγάπες μες στα μάτια του
σαν τον αφρό στα δάχτυλα του ναύτη
Στο Πόρτο Ρίκο χρόνια ασυλλόγιστα
και τις καρδιάς του σκόρπισε τα φύλλα
σε υπόγεια σκοτεινά και ύποπτα
λες και έψαχνε το φως μες στην ξεφτίλα
Κάποια ζεστή βραδιά σε ένα μπλουζάδικο
άκουσε να φαλτσάρει η μουσική του
τα αφεντικά στον δρόμο τον πετάξανε
τα στίγματα σαν είδαν στο κορμί του
Κι η Σύλβια που με πάθος τον αγάπησε
δεν έλειψε στιγμή απ’ το πλευρό του
ζητώντας με μανία στην αγκάλη του
την κόλαση και τον παράδεισό του
Σαλπάρισε μια νύχτα με πανσέληνο
και στο στερνό του γράμμα μου ‘χε γράψει:
Αξίζει φίλε να υπάρχεις για ένα όνειρο
και ας είναι η φωτιά του να σε κάψει
Τα χρόνια έχουν περάσει δε θυμάμαι πια
Ερνέστο τον ελέγανε η Νίκο;
Κι ακόμα συγχωρείστε με που ξέχασα
αν χάθηκε στο Μετς η στο Πόρτο Ρίκο
Όσο για μένα είμαι πάντα εδώ
με των ματιών σας τη φωτιά σημαία
είναι όμορφα απόψε που ανταμώσαμε
μ’ αρέσει να αρμενίζουμε παρέα
