
iloveithaki.gr, 30/1/2026
το λέμε εύκολα.
σαν άλλοθι.
σαν κουβέρτα να σκεπάσουμε ό,τι μας ενοχλεί.
έλα μωρέ.
έτσι είναι το θιάκι.
το λες όταν δεν έχει γιατρό.
το λες όταν δεν έχει καράβι.
το λες όταν περιμένεις. και περιμένεις. και ξαναπεριμένεις.
το λες για να μη θυμώσεις.
το λες για να μη ζητήσεις.
το λες για να μη συγκρουστείς.
κι ύστερα έρχεται η άλλη λέξη.
η καθαρά θιακιά.
το καλάγεμου.
καλάγεμου…
μη σκαλίζεις τώρα.
καλάγεμου…
άστο γι’ αύριο.
καλάγεμου…
δεν αλλάζει τίποτα.
το καλάγεμου δεν είναι καλοσύνη.
είναι παραίτηση με χαμόγελο.
είναι ησυχία αντί για λύση.
απ’ το έλα μωρέ
γεννιέται το δεν πειράζει.
κι απ’ το καλάγεμου
γεννιέται η ανοχή.
έτσι δεν ήταν πάντα το θιάκι.
έτσι το μάθαμε.
παλιά υπήρχε φτώχεια.
υπήρχε κόπος.
αλλά υπήρχε και φωνή.
σήμερα έχουμε λόγια πολλά.
και σιωπή περισσότερη.
λέμε:
λίγοι είμαστε.
τι να κάνουμε.
έτσι είναι τα νησιά.
κι όσο το λέμε,
τόσο γίνεται αλήθεια.
δεν φεύγουν οι νέοι γιατί δεν αγαπούν το θιάκι.
φεύγουν γιατί κουράστηκαν να ακούνε
έλα μωρέ
και
καλάγεμου.
το θιάκι δεν θέλει κλάψα.
ούτε σωτήρες.
ούτε μεγάλα λόγια.
θέλει ένα πράγμα μόνο:
να σταματήσουμε να το χαϊδεύουμε όταν πονάει.
γιατί αν συνεχίσουμε να λέμε
«έλα μωρέ, έτσι είναι το θιάκι»
και
«καλάγεμου»,
μια μέρα θα ξυπνήσουμε
και δεν θα είναι πια.
νιόνιος μανιάς του μήδη
Αχ, η ξενιτιά το χαίρεται, τζιβαέρι μου,
το μοσχολούλουδό μου,
σιγανά, σιγανά, σιγανά και ταπεινά.
Αχ, εγώ ήμουνα που το ’στειλα, τζιβαέρι μου,
με θέλημα δικό μου,
σιγανά, σιγανά, σιγανά πατώ στη γη.
Αχ, πανάθεμά σε ξενιτιά, τζιβαέρι μου,
εσέν’ και το καλό σου,
σιγανά, σιγανά, σιγανά και ταπεινά.
Αχ, που πήρες το παιδάκι μου, τζιβαέρι μου,
και το ’κανες δικό σου,
σιγανά, σιγανά, σιγανά πατώ στη γη.
