στη μνήμη της θείας νίκαινας και των ανώνυμων γυναικών που έδωσαν τόση αγάπη
το καλοκαίρι του 1960 ο πατέρας μου είχε νοικιάσει ένα πέτρινο διώροφο σπίτι κοντά στην παραλία, στο μενίδι. μικρό χωριό τότε, με τα σπίτια από τη μια κι από την άλλη μεριά του δρόμου που πήγαινε από την άρτα στον καρβασαρά.
η ακρογιαλιά ήταν όλη άμμος, όσο έβλεπες προς την κόπραινα. όλη μέρα πλατσουρίζαμε στα ρηχά, εκεί που η άμμος ανακατευόταν με τη λάσπη. «αμμόλασπο» το έλεγα.
στο μακρυνόρος δούλευαν τα συνεργεία με τη μόμα. δρόμος χωμάτινος ακόμη, με τον φόβο της κατολίσθησης. στη μέση του χωριού, πάνω από τον δρόμο, μια ταβέρνα μαζί και καφενείο. εκεί μαζεύονταν όλοι.
κάθε απόγευμα ρίχναμε τα γαμπαρόδιχτα και το πρωί τα σηκώναμε. ύστερα καθόμασταν και ξεμπλέκαμε τη γάμπαρη. αρκετές οικογένειες ζούσαν από αυτή τη δουλειά. η θεία νίκαινα, η γυναίκα του νίκου, τηγάνιζε γάμπαρες όλη μέρα. κι εμείς δεν τις χορταίναμε.
όμως από εκείνο το καλοκαίρι δεν μου έμειναν μόνο η θάλασσα και το παιχνίδι.
μια μέρα, πηγαίνοντας στην άρτα με ένα φορτηγό του πατέρα μου, βρήκαμε στην άκρη του δρόμου μια γυναίκα σκοτωμένη και πεταμένη. δεν έμαθα την ιστορία της. η εικόνα της όμως έμεινε μέσα μου.
στο μενίδι μού έμεινε η αίσθηση πως οι γυναίκες ήταν δούλες των αντρών. έτσι το είδα παιδί, έτσι το θυμάμαι. δούλευαν, κουβαλούσαν, μαγείρευαν, υπηρετούσαν. κι έπρεπε να υπομένουν. σαν να αποκτούσαν κάποια αξία στα μάτια των άλλων μόνο όταν γίνονταν μάνες.
στο θιάκι που γνώρισα δεν ήταν έτσι. οι γυναίκες είχαν άλλον αέρα, κάναν τις κυρίες, όπως λέγαμε. άλλες συνήθειες, άλλος τόπος. αυτό όμως δεν λιγοστεύει την αγάπη που είχαν μέσα τους εκείνες οι μαυροντυμένες γυναίκες του μενιδίου.
η θεία νίκαινα δεν είχε κάνει παιδιά. ο άντρας της και ο γιος του από άλλη γυναίκα την κακομεταχειρίζονταν. οι χωριανοί μίλησαν στον πατέρα μου και την πήραν στη δουλειά. αργότερα την πήρε στο σπίτι μας.
τη θυμάμαι κοντή, αδύνατη, ηλιοκαμένη. στα κατάμαυρα, με τη μαύρη μαντήλα στο κεφάλι. πρόσωπο βασανισμένο, γεμάτο ρυτίδες, και βλέμμα καλοσυνάτο.
μάζευε στα βουνά βελανίδια για τα ζώα. θυμάμαι πως στα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου τα έτρωγαν κι οι άνθρωποι. εκείνες οι γυναίκες ήξεραν την πείνα και τον κόπο. κι όμως είχαν ακόμη αγάπη να δώσουν.
η θεία νίκαινα έμεινε στην οικογένειά μας. καθάριζε, έστρωνε, μαγείρευε, ψώνιζε. μαζί με τη μάνα μου φρόντιζε πέντε παιδιά στο θιάκι.
ήταν μάνα μας. δεν την ξεχωρίζαμε.
πέθανε σε πολύ μεγάλη ηλικία. σήμερα, τόσα χρόνια μετά, τη θυμάμαι με ευγνωμοσύνη. και μαζί της θυμάμαι όλες εκείνες τις ανώνυμες γυναίκες, που η ζωή τις βασάνισε και κανείς δεν έγραψε την ιστορία τους.
ας σταθούμε λίγο μπροστά τους. ας πούμε το όνομά τους, όσοι το θυμόμαστε. για όσα υπέμειναν, για όσα πρόσφεραν, για την αγάπη που μας έδωσαν.
τη δική μας τη λέγανε νίκαινα.
— δδμανιάς
«για τις γυναίκες που έσκυβαν μια ζωή πάνω από τη γη, το τηγάνι, τα παιδιά. που περίμεναν λίγη δικαιοσύνη και, όσο περίμεναν, μας έδιναν αγάπη.»
— δδμανιάς
Discover more from iloveithaki.gr
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

