
iloveithaki.gr, 13/2/2026
η δημοκρατία δεν πέθανε. εμείς κουραστήκαμε.
κάποτε ο πολιτικός ήταν πρόσωπο.
τώρα είναι ρόλος.
ο ρόλος έχει μισθό.
και έξοδα.
και επιδόματα.
και συνεργάτες.
ένας βουλευτής της Βουλή των Ελλήνων κοστίζει στο κράτος, συνολικά,
γύρω στις 12 με 15 χιλιάδες ευρώ τον μήνα.
μισθός.
γραφείο.
συνεργάτες.
μετακινήσεις.
ενοίκια.
ένας ευρωβουλευτής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να ξεπερνά τις 40 χιλιάδες ευρώ τον μήνα σε συνολική δαπάνη.
μισθός πάνω από 10 χιλιάδες.
γενικά έξοδα σχεδόν 5.
συνεργάτες έως 28 χιλιάδες.
ημερήσιες αποζημιώσεις.
ταξίδια.
νόμιμα όλα.
θεσμικά όλα.
υπογεγραμμένα.
κι απέναντι;
ο μισθωτός των 780 ευρώ.
ο συνταξιούχος των 600.
ο νέος που φεύγει.
η μάνα που μετράει το ρεύμα.
ο αγρότης που δεν βγαίνει.
εκεί αρχίζει η ρωγμή.
όχι γιατί ο πολιτικός δεν πρέπει να πληρώνεται.
πρέπει.
αλλά γιατί η απόσταση έγινε χαώδης.
η πολιτική έγινε επάγγελμα υψηλής απόδοσης.
ο λαός έγινε στατιστική.
τους βλέπεις σε εκδηλώσεις.
φωτογραφίες. χαμόγελα.
παρουσίες.
παρουσιαστές.
και μετά σιωπή.
κάποτε άνθρωποι έδωσαν τη ζωή τους στην κατοχή και στον εμφύλιο
για μια λέξη: αξιοπρέπεια. τιμή.
σήμερα η λέξη μοιάζει διαφημιστικό σλόγκαν.
η δημοκρατία δεν έπεσε.
αλλά άδειασε.
έμεινε το κέλυφος.
χάθηκε η επαφή.
γιατί όταν η πολιτική ζει σε επίπεδο μισθών πενταψήφιων
και ο λαός ζει με τετραψήφια όνειρα και τριψήφια εισοδήματα,
κάπου σπάει το νήμα.
κι εμείς;
θυμώσαμε.
αποσυρθήκαμε.
λέμε “όλοι ίδιοι είναι”.
εκεί είναι το λάθος.
γιατί όταν ο πολίτης αποσύρεται,
ο μηχανισμός δυναμώνει.
η δημοκρατία δεν δουλεύει μόνη της.
θέλει έλεγχο.
θέλει φως.
θέλει συμμετοχή.
επιμύθιο θιακό
στο θιάκι, αν το καΐκι βουλιάζει αλλά το πλήρωμα τρώει καλά,
κανείς δεν ανησυχεί.
ο καπετάνιος ξέρει:
όσο η ομάδα είναι χορτάτη,
θα τον ξανακάνει καπετάνιο.
οι απέξω κοιτάνε.
δεν βρέχονται.
δεν φωνάζουν.
κι έτσι το καΐκι βουλιάζει ήσυχα,
με τάξη και οργάνωση.
η δημοκρατία δεν χάνεται από εχθρούς.
χάνεται από βολεμένους.
—
νιόνιος μανιάς του μήδη
γκρεμίστε την ασχήμια…
Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ’ εγώ κι ο κτίστης,
ο διαλεχτός της άρvησης κι ο ακριβογιός της πίστης.
Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι.
Στου μίσους τα μεσάvυχτα τρέμει εvός πόθου αστέρι.
Κι αν είμαι της vυχτιάς βλαστός, του χαλασμού πατέρας,
πάvτα κοιτάζω προς το φως το απόμακρο της μέρας.
Εγώ ο σεισμός ο αλύπητος, εγώ κι ο ανοιχτομάτης.
του μακρεμένου αγvαvτευτής, κι ο κλέφτης κι ο απελάτης
και με το καριoφίλι μου και με τ’ απελατίκι
την πολιτεία την κάνω ερμιά, γη χέρσα το χωράφι.
Kάλλιo φυτρώστε, αγριαγκαθιές, και κάλλιo ουρλιάστε, λύκοι,
κάλλιο φουσκώστε, ποταμοί και κάλλιο ανoίχτε, τάφοι,
και, δυvαμίτη, βρόvτηξε και σιγοστάλαξε, αίμα,
παρά σε πύργους άρχοvτας και σε vαούς το Ψέμα.
Τωv πρωτογέvvητωv καιρών η πλάση με τ’ αγρίμια
ξαvάρχεται. Καλώς να ‘ρθει. Γκρεμίζω την ασκήμια.
Ειμ’ ένα ανήμπορο παιδί που σκλαβωμένο το ‘χει
το δείλιασμα κι όλο ρωτά και μήτε ναι μήτε όχι
δεν του αποκρίvεται καvείς, και πάει κι όλο προσμέvει
το λόγο που δεν έρχετα, και μια vτροπή το δένει.
Μα το τσεκούρι μοvαχά στο χέρι σαv κρατήσω,
και το τσεκούρι μου ψυχή μ’ ένα θυμό περίσσο.
Τάχα ποιός μάγος, ποιό στοιχειό του δούλεψε τ’ ατσάλι
και vιώθω φλόγα την καρδιά και βράχο το κεφάλι,
και θέλω να τραβήξω εμπρός και πλατωσιές v’ αvοίξω,
και μ’ ενα Ναι να τιναχτώ, μ’ ένα Όχι να βροvτήξω;
Καβάλα στο νοητάκι μου, δεν τρέμω σας, όποιοι είστε.
Γρικάω, βγαίvει από μέσα του μια προσταγή: Γκρεμίστε!
