
iloveithaki.gr, 19/2/2026
κείμενο συνείδησης του νιόνιου του μανιά του μήδη
η απομόνωση στη σημερινή κοινωνία
δεν είναι πια κατακριτέα.
είναι συνηθισμένη.
σχεδόν κανονικότητα.
ο καθένας στο παγκάκι του.
ο καθένας στο κινητό του.
ο καθένας «να μην μπλέκει».
κι έτσι,
μια κοινωνία γεμάτη ανθρώπους απομονωμένους
γίνεται ευπρόσβλητη.
εύκολη λεία
σε διεφθαρμένους πολιτικούς,
σε αρρωστημένους επιχειρηματίες
που δεν υπολογίζουν την ανθρώπινη ζωή.
γιατί ποιος θα αντιδράσει;
ο μόνος;
ο κουρασμένος;
ο φοβισμένος;
θυμάμαι ένα παγκάκι.
παλιά χωρούσαν τρεις – τέσσερις.
τώρα, αν πας να καθίσεις,
ο άλλος σηκώνεται και φεύγει.
όχι γιατί δεν χωράει.
για να μη φανεί
ότι θέλει παρέα.
η μοναξιά έγινε ντροπή.
θυμάμαι κι ένα λιμάνι,
ξένο, αργά βράδυ.
χαμένος, με λίγες λέξεις στη γλώσσα.
με απέφευγαν.
κι ένας μόνος άνθρωπος
μου μίλησε.
μου εξήγησε.
με έβγαλε απ’ το σκοτάδι.
τριάντα χρόνια μετά,
αυτόν θυμάμαι.
όχι όσους έφυγαν.
κι ύστερα,
ήρθε η πραγματικότητα να μας χαστουκίσει.
στο εργοστάσιο της Βιολάντα,
πέντε γυναίκες σκοτώθηκαν.
πέντε συνάνθρωποί μας.
όχι από θεομηνία.
όχι από «κακή στιγμή».
από τριάντα χιλιάδες ευρώ
που δεν ήθελε κάποιος να δώσει
για να επισκευαστεί μια ζημιά.
κι αντί για οργή,
είδαμε χειροκρότημα.
οι εργαζόμενοι
χειροκροτούσαν τον αίτιο του εγκλήματος.
αυτόν που θα φάει κάτι χρόνια στα χαρτιά,
χωρίς φυλακή.
κι οι πέντε γυναίκες;
στο χώμα.
χωρίς να φταίνε σε τίποτα.
εκεί φαίνεται τι κάνει η απομόνωση.
όταν δεν νιώθεις δίπλα σου τον άλλον,
χειροκροτάς τον θύτη.
γιατί φοβάσαι μη μείνεις μόνος.
όμως υπάρχει κι η άλλη αλήθεια.
αν οι άνθρωποι είναι ενωμένοι,
με αλληλεγγύη,
τίποτα δεν μπορεί να τα βάλει μαζί τους.
ούτε οι πλούσιοι.
ούτε οι αυταρχικές κυβερνήσεις.
ούτε οι διεφθαρμένοι πολιτικοί.
γι’ αυτό φοβούνται τη συντροφικότητα.
γι’ αυτό μας θέλουν μονάδες.
γι’ αυτό μας μαθαίνουν
να φεύγουμε απ’ το παγκάκι.
η δύναμη δεν είναι να μη μιλάς.
είναι να μένεις.
να κάθεσαι.
να ρωτάς.
να απλώνεις χώρο.
θιακό επιμύθιο
στο θιάκι λέγαμε:
«μόνος σου είσαι φτωχός,
με τους άλλους είσαι άνθρωπος».
κι αυτό,
όσο κι αν το ξεχάσαμε,
δεν χάλασε.
Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου με το καθημερνό της φόρεμα κι ένα χτενάκι στα μαλλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.
Κοπέλες του Άουσβιτς, του Νταχάου κοπέλες, μην είδατε την αγάπη μου;
Την είδαμε σε μακρινό ταξίδι, δεν είχε πιά το φόρεμά της ούτε χτενάκι στα μαλλιά.
Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου, η χαϊδεμένη από τη μάνα της και τ’ αδελφού της τα φιλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.
Κοπέλες του Μαουτχάουζεν, κοπέλες του Μπέλσεν, μην είδατε την αγάπη μου;
Την είδαμε στην παγερή πλατεία μ’ ένα αριθμό στο άσπρο της το χέρι,
με κίτρινο άστρο στην καρδιά.
Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου, η χαϊδεμένη από τη μάνα της και τ’ αδελφού της τα φιλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.
