η λέξη με την οποία οι άνθρωποι της θάλασσας έμαθαν να κοιτάζουν τον θάνατο και να συνεχίζουν το ταξίδι
Η λέξη dead σημαίνει νεκρός. Στη ναυτική γλώσσα όμως βρίσκεται παντού:
dead slow ahead — πρόσω πολύ αργά.
dead slow astern — ανάποδα πολύ αργά.
dead ahead — ακριβώς μπροστά.
dead astern — ακριβώς πίσω.
dead calm — απόλυτη άπνοια.
dead in the water — ακίνητο και ανήμπορο μέσα στο νερό.
deadweight — το βάρος που μπορεί να μεταφέρει το πλοίο.
dead reckoning — το στίγμα που υπολογίζεται από την τελευταία γνωστή θέση, την πορεία, την ταχύτητα και τον χρόνο.
Γιατί όμως η λέξη του θανάτου έγινε τόσο καθημερινή και, κατά έναν παράξενο τρόπο, τόσο ελκυστική στους ανθρώπους της θάλασσας;
Στα αγγλικά, το dead δεν σημαίνει μόνο «νεκρός». Ως επίρρημα σημαίνει επίσης «εντελώς», «απολύτως», «ακριβώς, χωρίς απόκλιση». Γι’ αυτό το dead ahead σημαίνει ακριβώς μπροστά και το dead slow την απολύτως μικρή ταχύτητα.
Η γλωσσική εξήγηση είναι σωστή. Δεν λέει όμως ολόκληρη την αλήθεια.
Η υπόλοιπη βρίσκεται μέσα στην ίδια τη ζωή του ναυτικού.
η θάλασσα εμπεριείχε πάντοτε τον θάνατο
Από τότε που ο άνθρωπος έσπρωξε το πρώτο πλεούμενο μακριά από την ακτή, γνώριζε ότι μπορεί να μην επιστρέψει.
Η θάλασσα δεν ήταν μόνο δρόμος προς το εμπόριο, την περιπέτεια και τον πλούτο. Ήταν άνεμος, ύφαλος, πείνα, αρρώστια, ναυάγιο και πόλεμος.
Στη στεριά ο κίνδυνος μπορούσε κάπως να προβλεφθεί. Στη θάλασσα ερχόταν μέσα από τον ορίζοντα χωρίς προειδοποίηση.
Ο άνθρωπος που ταξίδευε δεν μπορούσε να σκέφτεται κάθε στιγμή ότι μπορεί να πεθάνει. Αν το έκανε, δεν θα έλυνε ποτέ κάβους. Έπρεπε να πάρει τον φόβο, να του δώσει όνομα και να τον μετατρέψει σε καθημερινή εργασία.
Ο θάνατος μπήκε στη γλώσσα της γέφυρας, της μηχανής και του χάρτη. Έγινε ταχύτητα, κατεύθυνση, βάρος και υπολογισμός.
Ίσως αυτό να ήταν ένας πανάρχαιος κατευνασμός. Σαν να έλεγε ο ναυτικός στη θάλασσα:
«τέτοια είσαι. σε γνωρίζω. εμπεριέχεις τον θάνατο, αλλά δεν θα με κρατήσεις στην ακτή».
η θάλασσα επιλέγει τους ανθρώπους της
Λέμε συχνά ότι κάποιος διάλεξε τη θάλασσα. Ίσως όμως να συμβαίνει το αντίθετο.
Η θάλασσα σε επιλέγει — δεν τη διαλέγεις.
Σε κοιτάζει από μακριά, μετρά τη δύναμη και την αντοχή σου και σε καλεί να την αντιπαλέψεις. Δεν αναζητά περαστικούς ούτε ανθρώπους που θέλουν απλώς να τη θαυμάσουν από την ακτή. Διαλέγει εκείνους που μπορούν να τη φοβούνται χωρίς να υποχωρούν.
Η θάλασσα είναι σκληρή ερωμένη. Δεν υπόσχεται ασφάλεια, δεν συγχωρεί την αμέλεια και δεν ανήκει ποτέ ολοκληρωτικά σε κανέναν.
Διαλέγει εραστές που γνωρίζουν τη δύναμή της και παρ’ όλα αυτά επιστρέφουν κοντά της.
Εραστές που προσπαθεί μια ολόκληρη ζωή να πνίξει, αλλά δεν καταφέρνει ποτέ να τους διώξει από μέσα της.
Ίσως γι’ αυτό ο πραγματικός ναυτικός δεν εγκαταλείπει ποτέ τη θάλασσα. Ακόμη και όταν κατεβεί για τελευταία φορά από το πλοίο, εξακολουθεί να μετρά τον χρόνο σε βάρδιες, τις αποστάσεις σε μίλια και τη ζωή του σε λιμάνια.
Ο ναυτικός μπορεί να φύγει από τη θάλασσα.
Η θάλασσα όμως δεν φεύγει ποτέ από τον ναυτικό.
οι πρώτοι θαλάσσιοι επιδρομείς
Οι πειρατές δεν ήταν οι γραφικοί ήρωες με το καλυμμένο μάτι και το ξύλινο πόδι που δημιούργησαν αργότερα η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος.
Ήταν άνθρωποι που έπαιζαν καθημερινά τη ζωή τους κορώνα γράμματα.
Αν κέρδιζαν, μπορούσαν να αποκτήσουν μέσα σε ένα ταξίδι όσα δεν θα κέρδιζαν σε ολόκληρη ζωή. Αν έχαναν, τους περίμεναν η θάλασσα, το σπαθί ή η κρεμάλα.
Στον αρχαίο κόσμο τα όρια ανάμεσα στον ναυτικό, τον έμπορο, τον πολεμιστή και τον πειρατή δεν ήταν πάντοτε καθαρά. Στην Οδύσσεια συναντάμε θαλάσσιες επιδρομές που μοιάζουν με πειρατικές επιχειρήσεις, χωρίς να συνοδεύονται πάντοτε από τη μεταγενέστερη κοινωνική ντροπή.
Ο Οδυσσέας, φεύγοντας από την Τροία, επιτέθηκε στους Κίκονες, λεηλάτησε την πόλη τους και μοίρασε τα λάφυρα. Δεν ήταν πειρατής με τη σημερινή νομική έννοια. Ανήκε όμως σε έναν κόσμο όπου ο πόλεμος, η θαλάσσια επιδρομή και η αναζήτηση πλούτου περνούσαν συχνά από τον ίδιο δρόμο.
Δεν χρειάζεται να εξιδανικεύσουμε εκείνους τους ανθρώπους. Πολλοί λεηλάτησαν, σκότωσαν και υποδούλωσαν άλλους ανθρώπους.
Δεν μπορούμε όμως να αρνηθούμε ότι ήταν αναγκασμένοι να διαθέτουν τόλμη, ναυτική γνώση και μια σχεδόν καθημερινή εξοικείωση με τον θάνατο.
τα πλοία έξω από την ουγκαρίτ
Προς το τέλος της Εποχής του Χαλκού, γύρω στο 1200 π.Χ., εμφανίστηκαν στην ανατολική Μεσόγειο οι ομάδες που σήμερα ονομάζουμε «Λαούς της Θάλασσας».
Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποιοι ήταν ούτε μπορούμε να τους χαρακτηρίσουμε όλους πειρατές. Φαίνεται ότι ανάμεσά τους βρίσκονταν πολεμιστές αλλά και ολόκληροι πληθυσμοί που μετακινούνταν με γυναίκες, παιδιά και άμαξες, αναζητώντας πιθανώς νέους τόπους εγκατάστασης.
Οι τελευταίες επιστολές της Ουγκαρίτ μεταφέρουν ακόμη την αγωνία εκείνων των ημερών. Εχθρικά πλοία εμφανίζονται στη θάλασσα, ενώ ο στρατός και ο στόλος του βασιλείου βρίσκονται μακριά. Λίγο αργότερα η μεγάλη αυτή πόλη καταστρέφεται και δεν ανακτά ποτέ την προηγούμενη δύναμή της.
Στην Αίγυπτο, ο Ραμσής Γ΄ κατέγραψε στους τοίχους του ναού του στο Μεντινέτ Χαμπού τις μάχες εναντίον τους. Τα αιγυπτιακά κείμενα εξυμνούν φυσικά τη νίκη του Φαραώ, αλλά οι παραστάσεις διασώζουν μία από τις αρχαιότερες μεγάλες απεικονίσεις ναυμαχίας που διαθέτουμε.
Είτε επρόκειτο για επιδρομείς είτε για μετακινούμενους λαούς, ένα είναι βέβαιο: δεν θα έμπαιναν σε εκείνα τα πλοία αν υπολόγιζαν πρώτα την πιθανότητα να πεθάνουν.
ο μαγγελάνος και το ένα πλοίο που γύρισε
Το 1519 ο Φερδινάνδος Μαγγελάνος απέπλευσε από την Ισπανία αναζητώντας δυτικό δρόμο προς τα Νησιά των Μπαχαρικών.
Ξεκίνησαν πέντε πλοία και περίπου 260–270 άνθρωποι.
Τρία χρόνια αργότερα επέστρεψε μόνο η Victoria, με κυβερνήτη τον Χουάν Σεμπαστιάν Ελκάνο. Στο κατάστρωμά της βρίσκονταν μόλις 18 άνδρες από το αρχικό πλήρωμα. Ο ίδιος ο Μαγγελάνος είχε σκοτωθεί στις Φιλιππίνες και δεν ολοκλήρωσε ποτέ τον περίπλου που είχε σχεδιάσει.
Το μοναδικό πλοίο που γύρισε μετέφερε περίπου 26 τόνους γαρίφαλο. Η αξία του φορτίου ξεπερνούσε, σύμφωνα με τις ιστορικές αναφορές, το διπλάσιο κόστος ολόκληρης της αποστολής.
Αυτός ήταν ο σκληρός λογαριασμός της εποχής: έφευγαν πολλοί και γύριζαν λίγοι. Εκείνοι όμως που επέστρεφαν μπορούσαν να φέρουν πλούτο, δόξα και γνώση ενός μεγαλύτερου κόσμου.
Δεν ήταν ρομαντικές εκδρομές.
Ήταν ταξίδια στα οποία ο άνθρωπος έβαζε ενέχυρο τη ζωή του.
ο έμπορος διαχειριζόταν τον κίνδυνο — ο κουρσάρος ζούσε μέσα του
Εδώ υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά.
Ο έμπορος μπορούσε να περιμένει στη στεριά. Μπορούσε να μοιράσει το κεφάλαιό του σε περισσότερα πλοία και αργότερα να ασφαλίσει το σκάφος και το φορτίο του. Η θαλάσσια ασφάλιση αναπτύχθηκε ακριβώς για να μοιράζει τον οικονομικό κίνδυνο σε περισσότερους ανθρώπους.
Οι ναυτικοί του εμπορικού πλοίου συνέχιζαν βέβαια να κινδυνεύουν. Ο επενδυτής όμως μπορούσε να προστατεύσει μέρος της περιουσίας του.
Ο πειρατής και ο κουρσάρος δεν μπορούσαν να ασφαλίσουν το μοναδικό πράγμα που πραγματικά έβαζαν στο ταξίδι: το ίδιο τους το σώμα.
Ο έμπορος διαχειριζόταν τον κίνδυνο. Ο κουρσάρος ζούσε μέσα του.
Και ο άνθρωπος δεν εξελίσσεται μόνο περιμένοντας στην ασφάλεια. Εξελίσσεται όταν αναγκάζεται να περάσει εκεί όπου κανένας δεν γνωρίζει ακόμη τον δρόμο.
οι πειρατές της βασίλισσας
Η Αγγλία κατάλαβε ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτή την τόλμη για να χτίσει τη δική της θαλάσσια ισχύ.
Ο Φράνσις Ντρέικ ήταν για τους Άγγλους εξερευνητής και ήρωας. Για τους Ισπανούς ήταν πειρατής. Η βασίλισσα Ελισάβετ τού είχε δώσει άδεια να επιτίθεται σε ισπανικά πλοία και αποικίες.
Η αποστολή με την οποία έγινε ο πρώτος Άγγλος που πραγματοποίησε τον περίπλου της Γης ήταν ταυτόχρονα εξερευνητική επιχείρηση, πολεμική αποστολή και κρατικά εγκεκριμένη πειρατεία.
Ο Τζον Χόκινς —κουρσάρος, δουλέμπορος και αργότερα στέλεχος του Βασιλικού Ναυτικού— συνέβαλε στην αναδιοργάνωση και στην κατασκευή ταχύτερων αγγλικών πλοίων, τα οποία αντιμετώπισαν την Ισπανική Αρμάδα.
Δεν χρειάζεται να εξαγνίσουμε αυτούς τους ανθρώπους. Πολλοί υπήρξαν βίαιοι κατακτητές, ληστές και δουλέμποροι. Η τόλμη δεν καταργεί το έγκλημα.
Δεν μπορούμε όμως να αγνοήσουμε τον ρόλο τους. Οι κουρσάροι μετέφεραν γνώσεις, δοκίμασαν πλοία και τακτικές, άνοιξαν περάσματα και αποδυνάμωσαν τους αντιπάλους της Αγγλίας.
Υπήρξαν ένα βίαιο και σκοτεινό εργαστήριο της δύναμης που αργότερα θα την έκανε θαλασσοκράτειρα.
Όταν το αγγλικό κράτος απέκτησε ισχυρό στόλο και παγκόσμιο εμπόριο, οι ανεξάρτητοι πειρατές έπαψαν να είναι χρήσιμοι. Από όργανα επέκτασης έγιναν εμπόδιο και κυνηγήθηκαν ανελέητα.
Η εξουσία τούς χρησιμοποίησε όσο τη βοηθούσαν να μεγαλώσει. Ύστερα τους κρέμασε, για να εμφανιστεί η ίδια νόμιμη.
το dead δεν υμνεί τον θάνατο
Δεν υπάρχει ιστορική απόδειξη ότι οι πειρατές δημιούργησαν τις ναυτικές εκφράσεις με τη λέξη dead. Δεν πρέπει λοιπόν να παρουσιαστεί ως βεβαιωμένη ετυμολογία.
Υπάρχει όμως μια βαθύτερη συγγένεια.
Οι πειρατές, οι κουρσάροι, οι εξερευνητές και όλοι οι παλιοί άνθρωποι της θάλασσας έμαθαν να ζουν χωρίς την εγγύηση της επιστροφής.
Για να συνεχίσουν, έπρεπε να μετατρέψουν τον φόβο σε πράξη και τον θάνατο σε καθημερινή παρουσία.
Αυτό κάνει και η ναυτική γλώσσα. Δεν εξορκίζει το dead. Το χρησιμοποιεί.
Το βάζει μπροστά από την ταχύτητα: dead slow.
Μπροστά από την κατεύθυνση: dead ahead.
Μέσα στην άπνοια: dead calm.
Πάνω στο φορτίο: deadweight.
Και επάνω στον χάρτη: dead reckoning.
το dead reckoning της ζωής
Το dead reckoning είναι ίσως η ωραιότερη εικόνα.
Ο ναυτικός δεν γνωρίζει με απόλυτη βεβαιότητα πού βρίσκεται. Παίρνει το τελευταίο γνωστό στίγμα, χαράζει πορεία, υπολογίζει την ταχύτητα και τον χρόνο και σημειώνει τη θέση στην οποία πρέπει να βρίσκεται.
Η προέλευση της ονομασίας δεν είναι απολύτως βέβαιη. Η δημοφιλής εξήγηση ότι προέρχεται από το deduced reckoning αμφισβητείται, επειδή ο όρος dead reckoning καταγράφεται πολύ νωρίτερα.
Κάπως έτσι πορεύεται και ο άνθρωπος στη ζωή.
Ξεκινά από το τελευταίο σημείο που γνώριζε, υπολογίζει όσο μπορεί τα ρεύματα, τον άνεμο και τις στραβοτιμονιές και χαράζει την επόμενη θέση του.
Δεν είναι βέβαιος ότι βρίσκεται εκεί.
Είναι όμως υποχρεωμένος να έχει ένα στίγμα.
«την πορεία θα την ορίσουμε εμείς»
Οι σημερινοί ναυτικοί δεν έχουν σχέση με την πειρατεία. Υπηρετούν μια οργανωμένη ναυτιλία με κανόνες, τεχνολογία και ευθύνη για τους ανθρώπους, το πλοίο, το φορτίο και τη θάλασσα.
Κουβαλούν όμως την ίδια παλιά γνώση: η θάλασσα δεν νικιέται. Διαβάζεται, υπολογίζεται και αντιμετωπίζεται με πειθαρχία.
Γι’ αυτό η λέξη dead δεν αποτελεί ύμνο στον θάνατο. Είναι ένας τρόπος να περιοριστεί η εξουσία του.
Ο ναυτικός τον βάζει μέσα στη γλώσσα του, για να μην τον αφήσει να εγκατασταθεί μέσα στον φόβο του.
Και κάθε φορά που λέει dead ahead, dead slow ή dead reckoning, είναι σαν να επαναλαμβάνει την πανάρχαια φράση όλων εκείνων που έλυσαν κάβους χωρίς να γνωρίζουν αν θα επιστρέψουν:
«ξέρουμε ότι βρίσκεσαι εδώ. Αλλά την πορεία θα την ορίσουμε εμείς».
— δδμανιάς
η θάλασσα είναι μάνα και ερωμένη, δρόμος και τάφος· πικρή για όσους πήρε, ακατανίκητη αγάπη για όσους διάλεξε.

