Όταν μένουμε πίσω,
ψάχνουμε έναν λόγο,
γιατί η σύμπτωση
μας φαίνεται αφόρητη.
Ίσως όμως να μην υπάρχει
κρυφή εξήγηση,
ούτε δρόμος χαραγμένος
πριν πατήσουμε τη γη.
Υπάρχει μόνο το γεγονός
ότι εμείς συνεχίσαμε,
ενώ αγαπημένοι άνθρωποι
δεν μπόρεσαν.
Μα δεν φεύγει μόνο ο άνθρωπος.
Φεύγει το πουλί
που σώπασε στο κλαδί,
ο σκύλος που περίμενε
πίσω από την πόρτα,
το δέντρο που λύγισε στον άνεμο,
το κύμα που γεννήθηκε
και χάθηκε στην ίδια θάλασσα.
Κανένα πλάσμα δεν γνωρίζει
γιατί ήρθε,
πόσο θα μείνει
και ποιος αποφασίζει το τέλος.
Κι όμως το χορτάρι ξαναβγαίνει,
το πουλί αφήνει το τραγούδι του,
το δέντρο σκορπά τον σπόρο,
η θάλασσα επιστρέφει το κύμα
με άλλο όνομα.
Κι εμείς αφήνουμε μια λέξη,
ένα χάδι,
ένα βλέμμα που κάποιος θυμάται,
μια μικρή ζεστασιά
μέσα στον επόμενο άνθρωπο.
Όσο τους θυμόμαστε,
ένα μέρος της ζωής
που ζήσαμε μαζί
δεν χάνεται.
Ίσως αυτή να είναι η ύπαρξη:
ένα ατέλειωτο νανούρισμα
όπου το ένα πλάσμα
κοιμίζει το άλλο,
ώσπου να ξημερώσει
σε μια ζωή που συνεχίζεται
χωρίς να γνωρίζει το γιατί.
— δδμανιάς
όχι για να κοιμηθούμε, αλλά για να συμφιλιωθούμε με όσα έφυγαν και με όσα συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα μας.


