
iloveithaki.gr, 16/12/2025
ο μπάρμπας μου ο παναής
(ένα τραγούδι για τον φόβο που δεν χωρούσε σε διαταγές)
δεν είναι τραγούδι.
είναι χαρακτήρας.
ο μπάρμπας ο παναής
δεν ήταν ήρωας βιβλίου.
ήταν τρόπος ζωής.
και πρόβλημα τάξης.
στ’ αϊβαλί
οι άνθρωποι δεν ζούσαν ήσυχα.
ζούσαν σκυφτά.
κι όποιος στεκόταν όρθιος
έμπαινε στο στόχαστρο.
ο παναής
νταής.
ασίκης.
λαζός στη μέση.
μουστάκι μαύρο.
και μάτι βαρύ.
η τουρκιά τον έτρεμε.
όχι γιατί σκότωνε.
αλλά γιατί δεν χωρούσε.
λαθρέμπορος; ναι.
κατιρματζής; ναι.
φονιάς; ίσως.
αλλά με τους φτωχούς
δάκρυζε.
μοίραζε.
χριστούγεννα. πάσχα.
ψώνια. αγκαλιές.
στους φτωχομαχαλάδες.
κι αυτό
δεν συγχωρείται ποτέ.
οι εξουσίες
δεν φοβούνται τα όπλα.
φοβούνται την αγάπη
που δεν ελέγχουν.
τον παναή
δεν τον έφαγε η τουρκιά.
τον έφαγε η αγάπη.
η παστρικιά.
η ζήλια.
το κρεβάτι που γίνεται παγίδα.
κι ύστερα
διαταγή.
να κλείσει ο κιρχανάς.
μην αυτοκτονεί άλλος ραγιάς
απ’ τα σεκλέτια της καρδιάς.
υποκρισία καθαρή.
πρώτα σε σπρώχνω στο γκρεμό
μετά σου τραβάω το σκοινί.
ο παναής
σβήστηκε απ’ τα κιτάπια.
όπως όλοι.
όσοι δεν χωράνε
σε νόμους και μητρώα.
κι όμως
έμεινε.
έμεινε στο τραγούδι.
εκεί που δεν φτάνουν
ούτε διαταγές
ούτε καρακόλια.
γιατί το τραγούδι
είναι μνήμη λαϊκή.
κι η μνήμη
είναι ανυπάκουη.
«τότε τον έτρεμε η εξουσία γιατί δεν χωρούσε.
σήμερα μας θέλουν όλους να χωράμε.
κι αυτό είναι πιο επικίνδυνο.»
Είχα ένα μπάρμπα εγώ νταή
Τον ξακουστό τον παναγή
Καμάρι κι ασικλίκι
Λάζο στη μέση του χωστό
Μουστάκι μαύρο γυριστό
Καφέ αμάν και αγαπητιλίκι
Μεσ τα βουρλά κατιρματζήσ
Αντάμησ και κοντραμπατζήσ
Και τησ τουρκιάσ ο τρόμοσ
Καβάλα σε λιγνό φαρί
Το μάτι του θόλο βαρύ
Πατούσε κι έτρεμε ο δρόμοσ
Είχε σκοτώσει τσαντιρμά
Όταν περνούσε κατσιρμά
Μπροστά απ’ το καρακόλι
Για να γλιτώσει τα καπνά
Σκαρφάλωσε από τα βουνά
Και τα φευγάτισε στην πόλη
Τσακιρισμένοσ μια βραδιά
Κι ωσ ήταν άντρασ με καρδιά
Τον βάρεσε η τρέλα
Και μπαμ και μπουμ τισ πιστολιέσ
Ξεσήκωσε τισ γειτονιέσ
Κι έσπασε δυο μπορντέλα
Φτωχό σαν λάχαινε να δει
Δάκρυζε σαν μικρό παιδί
Κι ωσ είχε και παράδεσ
Κάθε χριστού και πασχαλιά
Μοίραζε ψώνια αγκαλιά
Στουσ φτωχομαχαλάδεσ
Η μάνα μου η αλισαβώ
Και η νενέ μου η τζεβώ
Είχαν συχνά μπελάδεσ
Γιατί μασ βγάζαν αβανιέσ
Πωσ στου σπιτιού μασ τισ γωνιέσ
Κρύβαμε κατιρμάδεσ
Και κάποιο δειλινό μουντό
Μασ τον εφέραν σηκωτό
Στο σπίτι λαβωμένο
Με ματωμένη τραχηλιά
Σπασμένη ραχοκοκαλιά
Πολύ βαριά μαχαιρωμένο
Και πρίν χάραξει η αυγή
Και πριν ο ήλιοσ καλοβγεί
Τον στόλιζαν στη κάσα
Τον κλαίει τσεσμέσ και αϊβαλί
Τον μπάρμπα μου τον παναή
Πήρ’ η τουρκιά ανάσα
Τον έφαγε μια παστρικιά
Μια του παλιά αγαπητικιά
Αχ έρημη αγάπη
Γιατί ο μπάρμπασ μου θαρρώ
Κρυφά τησ τάχε από καιρό
Με την αγγέλα του αράπη
Και την παράλλη την αυγή
Βγάζει η τουρκιά διαταγή
Ο κιρχανάσ να κλείσει
Μη σκοτωθεί κι άλλοσ ραγιάσ
Απ’ τα σεκλέτια τησ καρδιάσ
Κι η ρωμιοσύνη σβήσει
Μα σβήστηκε ο παναήσ
Απ’ τα κιτάπια τησ ζωήσ
Ασ έχει σχώριο η ψυχή του
Αυτόν που έτρεμε η τουρκιά
Τον έφαγε η αγαπητικιά
Και πήγε τσάμπα η ζωή του
Μεγάλωσα κι εγώ που λεσ
Κοπέλα μεσ τισ κοπελιέσ
Και τ’ αϊβαλιού λουλούδι
Τον μπάρμπα μου δεν τον ξεχνώ
Κι έκατσα αυτό το δειλινό
Και σασ τον έκανα τραγούδι
