
iloveithaki.gr, 26/1/2026
η αρμάδα πάει περσικό κι εμείς μετράμε τα ψιλά στο ταμείο, του νιόνιου του μανιά του μήδη
για να δούμε… τι ενημέρωση έχουμε;
μια αρμάδα πάει στον περσικό.
κι εγώ δεν έχω καταλάβει γιατί πάει.
λένε “άμυνα”.
πάντα αυτό λένε.
αλλά άμα είναι άμυνα…
τότε γιατί έχεις ήδη δεκάδες βάσεις γύρω γύρω από το ιράν;
σαν να λες “φοβάμαι τον λύκο”,
ενώ έχεις γεμίσει το βουνό παγίδες.
και κάτι άλλο.
που με τρώει μέσα μου.
οι αμερικάνοι για να είναι υπερδύναμη
δεν τους φτάνουν οι πόροι όλου του πλανήτη.
κι υποτίθεται όλα αυτά γίνονται
“για να ζουν καλά οι αμερικάνοι”.
αλλά δεν ζουν όλοι καλά.
ζούνε κάποιοι.
οι άλλοι δουλεύουν.
χρωστάνε.
φοβούνται.
και τρώγονται μεταξύ τους.
και τώρα βλέπεις κι αυτό το άλλο το περίεργο.
οι μετανάστες πολλαπλασιάζονται.
οι “παλιοί” αγριεύουν.
οι “άριοι” παίζουν άμυνα με το αίμα.
λες και η ιστορία είναι αγώνας δρόμου
και η ανθρωπιά είναι πολυτέλεια.
δεν μου αρέσει η κατάσταση.
και δεν μου αρέσει το μέλλον όπως το μαγειρεύουν.
κι η ευρώπη;
η ευρώπη θα μπορούσε να μαζευτεί.
να κοιτάξει τα κατά του οίκου της.
να συμμαζέψει την γηραιά κυρία.
γιατί γέρασε…
αλλά δεν έγινε σοφή.
έγινε κουρασμένη.
κι όμως…
εγώ βλέπω κάτι άλλο να έρχεται.
μείωση ακροδεξιών.
όχι γιατί γίναμε καλύτεροι.
αλλά γιατί κουράστηκε κι ο θυμός να φωνάζει μόνος του.
πολυκομματικές κυβερνήσεις.
μπαλώματα.
συμμαχίες.
μισές αλήθειες.
μισές υπογραφές.
ίσως και καλύτερα.
γιατί όταν δεν υπάρχει ένας “παντοδύναμος”,
τουλάχιστον μοιράζεται η ευθύνη.
και δεν μπορεί να πουλάει εύκολα παραμύθι.
και η ελλάδα…
εδώ ακούγεται πάλι η λέξη “εκλογές”.
πριν το καλοκαίρι λένε.
γιατί;
γιατί η ανέχεια έχει δύσκολα μούτρα.
δεν σε χαιρετάει.
σε κοιτάει στα μάτια και σε ξεγυμνώνει.
τα μέτρα δεν φτάνουν.
ούτε για ζέστη, ούτε για φαΐ, ούτε για αξιοπρέπεια.
κι όταν ο κόσμος δεν αντέχει…
δεν κάνει επανάσταση πάντα.
κάνει ένα άλλο πράγμα, πιο ύπουλο:
σβήνει.
δεν πιστεύει.
δεν περιμένει.
δεν συγχωρεί.
κι εδώ είναι το ζουμί.
η κυβέρνησηжаў… (όποια κι αν είναι)
δεν κερδίζει με τον χρόνο.
χάνει.
γιατί ο χρόνος δεν είναι φίλος του ψέματος.
ο χρόνος είναι ζύγι.
κι όσο περνάει
απ’ το “θα”
πάμε στο “δεν έγινε”.
απ’ το “υπομονή”
πάμε στο “έφτασε”.
απ’ το “ανάπτυξη”
πάμε στο “δεν βγαίνω”.
κι έτσι, χωρίς φασαρία,
χωρίς τυμπανοκρουσίες,
χωρίς να πέσει ούτε μια πέτρα…
αλλάζει η πλάστιγγα.
κι ο κόσμος αρχίζει να σκέφτεται
όχι “ποιος είναι καλύτερος”.
αλλά “ποιος να φύγει”.
κι αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σύνθημα μιας εποχής.
γιατί τότε δεν ψηφίζουν ελπίδα.
ψηφίζουν τιμωρία.
και η τιμωρία
δεν χτίζει.
γκρεμίζει.
επιμύθιο θιάκι
κι εμείς εδώ στο θιάκι…
μικρό νησί.
μικρή αγορά.
μικρές αντοχές.
ακούμε για αρμάδες στον περσικό
και για “ιστορικές αποφάσεις” στις πρωτεύουσες.
κι απ’ το πολύ “ιστορικό”
εμάς μας έμεινε το απλό:
το ρεύμα δεν συγχωρεί.
το σούπερ μάρκετ δεν πιστεύει σε λόγια.
ο βενζινάς δεν έχει ιδεολογία.
η ασφάλεια δεν τρώγεται.
κι ο θιακός;
ο θιακός μετράει κάτι άλλο.
μετράει αν θα ‘ρθει το καράβι.
αν θα δουλέψει το μεροκάματο.
αν θα βγει ο μήνας.
γιατί εδώ δεν έχει “μαξιλάρια”.
έχει βάρκες.
έχει χρέη.
έχει παιδιά που φεύγουν.
κι όταν το μεγάλο παιχνίδι ανάβει φωτιές στα πετρέλαια,
εμείς το πληρώνουμε στο ντεπόζιτο.
όταν οι άλλοι μοιράζουν “σφαίρες” στα σύνορα,
εμείς μοιράζουμε ψιλά στο ταμείο.
και όταν οι κυβερνήσεις λένε “κρατάμε γερά”,
εμείς κρατάμε…
την ανάσα μας.
το θιάκι δεν θέλει σωτήρες.
θέλει να δουλεύει.
να ζει.
να μην ντρέπεται που κουράστηκε.
κι άμα συνεχίσει έτσι το πράγμα…
δεν θα πέσει με πάταγο.
θα πέσει όπως πέφτει το νησί τον χειμώνα:
σιγά.
με αξιοπρέπεια.
με μια λάμπα λιγότερη αναμμένη κάθε βδομάδα.
και τότε θα λέμε πάλι, όπως πάντα:
“μα πώς φτάσαμε ως εδώ;”
κι η απάντηση θα είναι η ίδια.
στο ίδιο έργο θεατές.
μόνο που τώρα…
πληρώνουμε και εισιτήριο
Να φεύγεισ να φεύγεισ να φεύγεισ
Ώσπου να βρεισ τισ ακτέσ
Που χρόνια τα χρόνια στολίζουν
Με σημαιάκια του χτεσ
Οι αιώνεσ
Ξεβαμμένεσ αρχαίεσ εικόνεσ
Μεγαλεία
Σκονισμένα σε ράφια βιβλία
Μα εσύ πρέπει πάντα να φεύγεισ
Να βρίσκεισ τισ φοινικιέσ
Που κάθε τουσ λόγχη σου δείχνει
Μια απ’ τισ παλιέσ σου μορφέσ
Γόνοσ νόθοσ του θεού του ήλιου
Καπετάνιοσ σε πλωτό νου νείλου
Αλχημίστασ κι ιερέασ δικαστήσ
Νέγροσ ταξιτζήσ μέσα στο χάρλεμ
Αριβίστασ ζιγκολό στο σάλεμ
Καζανόβασ και λατίνοσ εραστήσ
Λαδωμένοσ παλαιστήσ του σούμο
Πακιστανόσ μούτσοσ σ’ ένα τσούρμο
Που βυθίζεται ανοιχτά των αντιλλών
Γελαστόσ παλιάτσοσ και ακροβάτησ
Μεσ’ το σόχο ζόρικοσ προστάτησ
Γόησ εξαθλιωμένων γυναικών
Όλα γυρίζουν ξαναγυρίζουν
Λειώνουν τελειώνουν
Και ξαναρχίζουνε
Ίωνασ φιλόσοφοσ και ρήτωρ
Στη σεβίλλη ταύροσ επιβήτωρ
Που πεθαίνει σ’ του τορέρο το σπαθί
Δολοφόνοσ ενόσ πρώην τσάρου
Φύλακασ ενόσ σβησμένου φάρου
Αμανέσ σε οθωμανικό τζαμί
Στα βουνά τησ αφρικήσ αντάρτησ
Ήρωασ πολεμιστήσ σακάτησ
Τα παράσημα του βγάζει στο σφυρί
Μάγοσ του αμαζονίου μάντησ
Κολασμένοσ συγγραφέασ δάντησ
Σαμουράι πέρα στην ανατολή
Όλα γυρίζουν ξαναγυρίζουν
Λειώνουν τελειώνουν
Και ξαναρχίζουνε
Κι όμωσ πρέπει πάντα να φεύγεισ
Να βρίσκεισ τισ φοινικιέσ
Φλεγόμενεσ βάτουσ που λένε
Σαν τισ σειρήνεσ ψευτιέσ
Να φεύγεισ να φεύγεισ να φεύγεισ
Ν’ ακολουθείσ τισ φωνέσ
Στουσ δρόμουσ που πάντα φωτίζουν
Φλεγόμενεσ οι φοιν
