
iloveithaki.gr, 15/2/2026
αν δέσεις τη βάρκα σου πίσω από μεγάλο καράβι, θα την βουλιάξουν τα απόνερα
η ιστορία δεν φωνάζει.
δουλεύει αθόρυβα.
και όποιος δεν την ακούει, την ξαναζεί.
η ελλάδα από τότε που έγινε κράτος
έψαχνε στήριγμα.
όχι από κακία.
από φόβο.
από ανάγκη.
αλλά κάθε φορά που έδενε τη βάρκα της πίσω από μεγάλο καράβι,
τα απόνερα την ταλαιπωρούσαν.
1821 – η ελευθερία με όρους
στην επανάσταση ζητήσαμε βοήθεια από τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία και τη Ρωσία.
ήρθαν τα δάνεια.
ήρθαν οι «προστάτιδες δυνάμεις».
ήρθε και βασιλιάς απ’ έξω.
κερδίσαμε την ανεξαρτησία.
γεννηθήκαμε όμως χρεωμένοι.
1947 – το δόγμα τρούμαν
μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο,
οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής έβαλαν πλάτη.
χρήμα.
όπλα.
στήριξη.
η χώρα στάθηκε στα πόδια της.
αλλά μπήκε βαθιά στη σφαίρα επιρροής.
όταν εξαρτάσαι, ευθυγραμμίζεσαι.
1967 – η πληγή
στον ψυχρό πόλεμο οι ισορροπίες μετρούσαν περισσότερο από τη δημοκρατία.
η χούντα των συνταγματαρχών
βρήκε ανοχές.
και το τίμημα το πλήρωσε η κοινωνία.
και η κύπρος.
όταν ο μεγάλος κοιτάζει τον χάρτη,
ο μικρός κοιτάζει το σπίτι του.
2010 – τα μνημόνια
η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο
έδωσαν δάνεια.
δεν χρεοκοπήσαμε άτακτα.
αλλά ζήσαμε επιτροπεία.
νόμοι κατεπείγοντες.
κοινωνία κουρασμένη.
αξιοπρέπεια τραυματισμένη.
βάσεις
βάσεις.
εξοπλισμοί.
ενέργεια.
συμφωνίες.
δεν λέω πως οι συμμαχίες είναι κακές.
οι μικρές χώρες χρειάζονται φίλους.
αλλά άλλο φίλος
κι άλλο προστάτης.
ο φίλος σέβεται.
ο προστάτης καθορίζει.
το απλό μάθημα
το μεγάλο καράβι δεν φταίει που έχει απόνερα.
έτσι είναι φτιαγμένο.
αν όμως δέσεις τη βάρκα στην πρύμνη του,
θα σε τραβήξει όπου πάει.
και τα απόνερα θα σε χτυπάνε.
η αυτάρκεια δεν σημαίνει μοναξιά.
σημαίνει να έχεις κουπιά.
θιακό επιμύθιο
στο θιάκι ξέρουμε τη θάλασσα.
δεν φοβόμαστε το μεγάλο πλοίο.
φοβόμαστε να ξεχάσουμε πώς αρμενίζεις μόνος.
γιατί αν ξεχάσεις να κρατάς το τιμόνι σου,
θα σου το κρατήσει άλλος.
κι όταν φύγει,
θα μείνεις να παλεύεις με τα απόνερα.
«Τι σημαίνει για μια χώρα να έχει κουπιά αντί για σχοινιά; Πώς παλεύουμε με τα απόνερα της ιστορίας;»
γράφει ο νιόνιος μανιάς του μήδη
κι ένα τραγουδάκι για τ απόνερα της ιστορίας…
Ένα τραγούδι έχει φυλάξει παλιό κιτάπι
που λέει για μάχες, θεούς κι αστέρια, καημό κι αγάπη
Ένα τραγούδι για να ξεχάσεις και για να θυμηθείς
για όσα είδες κι έχεις ποθήσει κι όσα ποτέ δε δεις
Όποιος ψάξει θα το μάθει
στης καρδιάς τα βάθη
Μέρα με μέρα δεν ξεχωρίζει με το σκοτάδι
που μέσα του `χα βαθιά κρυμμένο αγάπης χάδι
Βάρκα η ζωή μου δίχως καρένα, σπασμένα τα κουπιά
γιατί κοιμάται το κάθε βράδυ δίχως αγάπη πια
Πες μου το σκοπό ν’ αρχίσω
να σε λησμονήσω
Θάλασσα η σκέψη ποιος θα μπορέσει να τη μερώσει
σαν τον καημό μου για το χωριό μου πού `χει ερημώσει
Τούτο τον τόπο βοριάς τον δέρνει κι ήλιος τον τυραννεί
κι η μοναξιά του μες την καρδιά μας μαχαίρι και πονεί
Βόηθα Παναγιά τη σκέψη
να μην αγριέψει
Βρήκα τ’ αέρι και τού `πα φίλος του πως θα γίνω
πριχού το τέλος φανεί να φεύγεις, μού `πε κι εκείνο
Φύσηξ’ αέρι πάρε με αλάργο και μέσα της μαζί
στ’ ς αυλές του χάρου όποιος δεν μπαίνει αληθινά δε ζει
Μιάν ανάσα είμ’ από σένα
μιά κι απ’ τον καθένα
