
iloveithaki.gr, 11/1/2026
δεν είναι τάξη.
είναι ενδιάμεσες μορφές.
οι αρχαίοι λάτρευαν το ενδιάμεσο.
όχι το απόλυτο.
την αυγή.
το δειλινό.
την άνοιξη.
τη νιότη.
ό,τι δεν έχει ακόμα στερεώσει.
ό,τι πάλλεται.
κι αυτό το είπαν
νύμφη.
όχι τυχαία θηλυκές.
το θηλυκό στην αρχαία σκέψη
δεν επιβάλλεται.
γεννά.
τρέφει.
μεταμορφώνει.
η φύση δεν διατάζει.
κυοφορεί.
γι’ αυτό
δεν υπάρχουν νύμφοι της φύσης.
μόνο νύμφες.
τις είπαν νύμφες
όχι γιατί ήταν ωραίες.
αλλά γιατί ήταν ζωντανές.
ενσάρκωναν
τη νεότητα της φύσης.
τη γονιμότητα πριν τη φθορά.
τη ζωή στο απόγειό της.
και στο θιάκι
δεν τις λέγαμε νηρηίδες.
λέγαμε:
«δεν είναι για έξω σήμερα».
κι αυτό έφτανε.
ο παλιός ψαράς
δεν κοίταγε εφαρμογή.
κοίταγε νερό.
αν το νερό γυάλιζε λάθος,
γύριζε.
όχι από φόβο.
από γνώση.
εκεί ήταν η νηρηίδα.
στην απόφαση
να μην φύγεις.
με μπουνάτσα
η θάλασσα σε κρατά.
σε αφήνει να δουλέψεις.
να ρίξεις παραγάδι.
να γυρίσεις.
δεν σε ανταμείβει.
σε ανέχεται.
με πουνέντε
σε δοκιμάζει.
όχι για να σε πνίξει.
για να δει
αν ξέρεις ποιος είσαι.
αν μπεις με θράσος,
δεν φωνάζει.
δεν θυμώνει.
απλώς
δεν σε βοηθά.
οι ξένοι σήμερα
μπαίνουν στη θάλασσα
όπως στο μπουφέ.
όλα διαθέσιμα.
όλα για κατανάλωση.
φωτογραφία.
βίντεο.
φουσκωτό.
καμία σχέση.
μόνο χρήση.
ο ντόπιος
μπαίνει αλλιώς.
σαν φιλοξενούμενος.
όχι σαν ιδιοκτήτης.
ξέρει:
η θάλασσα
δεν σου ανήκει.
σε χωράει
όσο της φέρεσαι σωστά.
γι’ αυτό χάθηκαν οι νηρηίδες.
όχι γιατί δεν υπάρχουν.
αλλά γιατί
δεν τις ακούμε.
τις σκεπάσαμε
με μηχανές.
με προγράμματα.
με «έλα μωρέ».
και μετά λέμε:
«μας πρόδωσε η θάλασσα».
ποτέ δεν πρόδωσε.
απλώς
σταμάτησε
να μας κρατά.
στο θιάκι
η θάλασσα δεν είναι αξιοθέατο.είναι σχέση.
κι οι νηρηίδες
δεν ήταν μύθος.ήταν το όριο
που ξέραμε
πότε να μην περάσουμε.
Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα
κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο
τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα
και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο.
Κοιμήσου Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης
στου κόσμου το μπαλκόνι
ποτέ μην ξαναβγείς.
Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες
ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιαστήριο
τώρα πετάνε αποτσίγαρα οι τουρίστες
και το καινούργιο πάν να δουν διυλιστήριο.
Κοιμήσου Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης
στου κόσμου το μπαλκόνι
ποτέ μην ξαναβγείς.
Εκεί που η θάλασσα γινόταν ευλογία
κι ήταν ευχή του κάμπου τα βελάσματα
τώρα καμιόνια κουβαλάν στα ναυπηγεία
άδεια κορμιά σιδερικά παιδιά κι ελάσματα.
Κοιμήσου Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης
στου κόσμου το μπαλκόνι
ποτέ μην ξαναβγείς.
