Τα πρώτα «καθαρά» σημάδια, ότι οι συζητήσεις ανάμεσα στην ελληνική κυβέρνηση και τους θεσμούς προχωρούν, φάνηκαν χθες, όπως επιβεβαίωσαν οι εκπρόσωποι των δύο πλευρών. Η Αθήνα επιλέγει όμως να μην πανηγυρίζει. Τουναντίον, εμφανίζεται συγκρατημένη στα σχόλιά της, ενώ οι Βρυξέλλες επιμένουν να εκφράζονται με την τυπικότητα που διακρίνει τους γραφειοκράτες. Κάνουν διφορούμενες δηλώσεις, αλλά αναγνωρίζουν την πρόοδο που έχει συντελεστεί.
Είναι εμφανές, λοιπόν, ότι οι διαβουλεύσεις προχωρούν σταθερά, αλλά αργά. Ο χρόνος σε μια διαπραγμάτευση όπως αυτές που διεξάγονται τα τελευταία πέντε χρόνια, με τους ισχυρούς να «κρατούν και το μαχαίρι και το πεπόνι», είναι ίσως ο σημαντικότερος παράγοντας. Οι εκπρόσωποι της σκληρής πολιτικής λιτότητας επιθυμούν διαχρονικά να «ροκανίσουν» χρόνο, ώστε να καμφθούν οι όποιες ελληνικές αντιστάσεις. Και οι διακοπές του καθολικού Πάσχα λειτουργούν -δυστυχώς για την ελληνική πλευρά- ενισχυτικά.
Σήμερα στην Αθήνα τα τεχνικά κλιμάκια θα αντλήσουν στοιχεία που θα επαληθεύσουν ή θα διαψεύσουν τους στόχους που θέτει η κυβέρνηση. Στην περίπτωση που αυτοί κριθούν εφικτοί, τότε θα μπει η «σφραγίδα» στη νέα συμφωνία. Αν όχι, τότε δεν αποκλείεται να δούμε νέες διελκυστίνδες, νέα «τελεσίγραφα» και νέες επιθέσεις στην Ελλάδα.
Η κυβέρνηση πάντως έχει κερδίσει μια πρώτη μάχη. Οι εκπρόσωποι των θεσμών αναγνωρίζουν και σε τεχνικό επίπεδο ότι οι «κόκκινες γραμμές» της στα εργασιακά και στο ασφαλιστικό δεν είναι απλώς μια δικαιολογία, αλλά μια κοινωνική πραγματικότητα. Είναι η διακριτή διαφορά ανάμεσα στην προηγούμενη και τη σημερινή κυβέρνηση. Πριν από λίγους μήνες το κυβερνητικό επιτελείο δεχόταν ό,τι πρότεινε η τρόικα. Σήμερα, η νέα κυβέρνηση θέτει σε άλλο επίπεδο τη συζήτηση. Θα χρειαστεί ωστόσο μεγάλη προσπάθεια για να αντεπεξέλθει στη δοκιμασία, και για να πετύχει πρέπει να έχει ακόμη ισχυρότερο το εσωτερικό μέτωπο και κυρίως να διευρύνει τις συμμαχίες της τόσο στο εσωτερικό όσο και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.


