οι βίλες γεμίζουν ως το φθινόπωρο. τι μένει όμως στο θιάκι όταν τελειώσει η σεζόν;
τέλη σεπτέμβρη και οι βίλες γέμισαν πάλι. υπάρχει δουλειά, υπάρχει κίνηση, φαίνεται πως το νησί πάει καλά. για πολλούς όμως η αμοιβή έχει συμφωνηθεί από την άνοιξη. περισσότερες μέρες δουλειάς δεν σημαίνουν περισσότερα χρήματα.
ύστερα έρχεται ο νοέμβρης. οι επισκέπτες φεύγουν, οι δουλειές λιγοστεύουν, μα το σούπερ μάρκετ, το ρεύμα και τα έξοδα του σπιτιού μένουν. τον χειμώνα το θιάκι στηρίζεται στις συντάξεις, στους μισθούς όσων συνεχίζουν να εργάζονται, σε όσα κράτησαν οι άνθρωποι από τη σεζόν και στα χρήματα που φέρνουν ακόμη κάποιοι ναυτικοί. κάποτε ήταν πολλοί. τώρα είναι λίγοι.
τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια ανάβουν από τον νοέμβρη. καλά κάνουν και ανάβουν· ο τόπος χρειάζεται γιορτή. το φως στην πλατεία, όμως, δεν πληρώνει τον λογαριασμό στο σπίτι. όταν σβήσουν τα λαμπάκια και φτάσει ο φλεβάρης, φαίνεται πόσο άντεξαν τα χρήματα του καλοκαιριού.
άντε, να βγει και κάνα καλαμάρι να έχουμε τουλάχιστον να φάμε. και να μη μας πέσουν οι ελιές, να βγάλουμε λίγο λαδάκι — να λαδώνει και το έντερό μας. το λέμε γελώντας, μα πίσω από το αστείο είναι η παλιά θιακιά έγνοια: τι θα βάλουμε στην άκρη για να περάσει ο χειμώνας;
η ελληνική οικονομία μπορεί να μεγαλώνει στους πίνακες. για τη ζωή ενός θιακού νοικοκυριού χρειάζεται άλλη ερώτηση: φτάνουν τα χρήματα για δώδεκα μήνες; και για τις επιχειρήσεις που κρατούν ανοιχτές τις πόρτες τους τον χειμώνα, φτάνει η κίνηση του καλοκαιριού για να συνεχίσουν;
δεν χρειάζεται να προφητέψουμε σκοτεινό χειμώνα για κανέναν. χρειάζεται να κοιτάξουμε τον χειμώνα κατάματα. ένα νησί δεν ζει μόνο όσο είναι γεμάτες οι βίλες του. ζει όταν οι άνθρωποί του μπορούν να μείνουν εδώ και τον φλεβάρη.
— δδμανιάς
το καλοκαίρι μας ρωτούν αν έχει ελεύθερη βίλα. τον φλεβάρη ρωτάμε εμείς αν βγήκε κάνα καλαμάρι. κι αν λάδωσε το άντερο. δδμανιάς

