
iloveithaki.gr, 15/2/2026
γράφει ο νιόνιος μανιάς του μήδη
καλημέρα πάλι βροχερή.
όλος ο γενάρης νερό.
ο μισός φλεβάρης λάσπη.
σε λίγο θα βγάλουμε πιρόγες στο βαθύ και θα ψαρεύουμε από το μπαλκόνι.
το θιάκι είναι πέτρα.
σκληρή πέτρα.
δεν λιώνει εύκολα.
λίγα τα σημεία που φοβούνται κατολισθήσεις.
αλλά εκείνα τα λίγα…
πίσω αετός.
μπροστά αετός.
δυο στροφές όλες κι όλες,
κι άμα σου φύγει το βράχος δεν ρωτάει αν είσαι δεξιός, αριστερός ή ουδέτερος.
λίγη προσοχή δεν βλάπτει.
το τιμόνι δεν είναι πληκτρολόγιο.
στο δρόμο δεν πατάς “ακύρωση”.
τροπικά ρεύματα και αφρικάνικες όστριες
λένε κλιματική αλλαγή.
λένε ακραία φαινόμενα.
λένε μεσογειακός κυκλώνας.
εγώ ξέρω πως οι όστριες φέρνουν σκόνη από την αφρική,
η ζέστη καίει τον μάρτη,
και μετά ρίχνει τέτοιο νερό
που λες θα βγουν αλιγάτορες στο ρέμα του σταυρού.
αν δεν γίνουμε έρημος από τους καύσωνες,
θα γίνουμε τροπικό δάσος από τις βροχές.
και θα λέμε:
«καλάγεμου, τι ψάχνεις τώρα;
έτσι είναι το θιάκι.»
η μεγάλη μας προσαρμοστικότητα
θα δούμε και θα προσαρμοστούμε.
σ’ αυτό είμαστε μάστορες.
συνηθίσαμε:
την πολιτική κατάσταση,
την πείνα που δεν φαίνεται αλλά υπάρχει,
την ανέχεια που τη βαφτίσαμε “κανονικότητα”.
επτά χρόνια προσαρμοζόμαστε.
στις βροχές θα κολλήσουμε;
κι ύστερα… ο ουρανός
τελικά ευτυχώς που έχουμε και τον θεό να ελπίζουμε.
γιατί στον εαυτό μας
δεν πιστεύουμε πια.
η άνωθεν βοήθεια
έγινε το τελευταίο μας αποκούμπι.
όχι γιατί είμαστε βαθιά θρησκευόμενοι.
αλλά γιατί κουραστήκαμε να πιστεύουμε
ότι μπορούμε να αλλάξουμε κάτι μόνοι μας.
κι όμως —
η πέτρα αυτού του νησιού
κρατάει.
αντέχει.
όπως κι εμείς.
κι ένα ποίημα για το γαμωτο του μυαλού μας..
η βροχή δεν είναι ίδια πια
παλιά
όταν έπιανε βροχή
λέγαμε «δόξα τω θεώ».
γέμιζαν οι στέρνες,
φούσκωναν τα πηγάδια,
μαλάκωνε το χώμα,
άκουγες το νερό και ησύχαζες.
η βροχή ήταν ψωμί.
τώρα
την ακούμε και μετράμε ζημιές.
δρόμοι που κόβονται,
πέτρες που κατεβαίνουν,
υπόγεια που πνίγονται,
σπίτια που φοβούνται.
η βροχή έγινε είδηση.
παλιά
μύριζε χώμα.
τώρα
μυρίζει φόβο.
όχι γιατί το νερό άλλαξε.
εμείς αλλάξαμε.
χτίσαμε όπου δεν χωρούσε,
κόψαμε όπου κρατούσε,
τσιμεντώσαμε όπου έπινε.
κι ύστερα κοιτάμε τον ουρανό
και λέμε «μα γιατί;»
η βροχή πάντα πέφτει.
το ερώτημα είναι
πού βρίσκει να σταθεί.
επιμύθιο
η ευλογία γίνεται κατάρα
όταν ξεχνάμε
ότι δεν είμαστε μόνοι πάνω στη γη.
μπορούμε να βρούμε ποιήματα για τη βροχή —
ο ελύτης την έκανε φως,
ο ρίτσος την έκανε μνήμη,
ο παλαμάς την έκανε κάθαρση.
εμείς την κάναμε σαν τα μούτρα μας.
