
pingback
One Response to το γράμμα ενός άνεργου νέου που μας ράγισε τη καρδιa
aris
11/07/2014 – 23:35 #
Τη Μάρθα Βούρτση θυμήθηκα!!
«το γράμμα ενός άνεργου νέου που μας ράγισε τη καρδιά» !
Θα είμαι λίγο σκληρός για τα σημερινά δεδομένα μέχρι παρεξηγήσεως.
Ποιανού ράγισε η καρδιά επί του προκειμένου, αυτών που τα βρήκαν όλα έτοιμα?
Δάκρυσε για σένα καμιά καρδιά ορέ φίλε Δουδουμανιά όταν έφυες μονάχος σου να πας στα καράβια??
Τση μάνα σου πιστεύω, κανενός αλλουνού.(Μπορεί και τση γκόμενας, sorry).
…«Θα αντέξω. Θα πουλήσω λίγο πιο φτηνά την υπεραξία μου, λίγες περισσότερες ώρες, λίγο πιο μακριά… Προσλαμβάνουνε πτυχιούχους ΑΕΙ στα Οινόφυτα;»…
Τι λες ορέ «υπεραξία μου», δηλαδή εγώ που πήαινα για δέκα χρόνια πιο μακριά ήμουνα μαλάκας!
Έ ας πάει να φιλήσει κατουρημένες ποδιές για να μη ταλαιπωρείται το παιδί!
23 χρονών είσαι και εγώ ήμουνα 26! Και στο στρατό που τη βγάλαμε? Στο αντιαεροπορικό τση διπλανιάς ταράτσας μεγάλε?? Τέλεια!
Και για να καταλάβεις φίλε πτυχιούχε ξέρεις ποια είναι η λογική του κάθε επιχειρηματία? Διευθυντές βρίσκω ότι ώρα θέλω, εργάτες τση προκοπής δε βρίσκω.
Δηλαδή ο σωστός εργάτης δεν έχει υπεραξία? Και ποιος έχει μείνει χωρίς πτυχίο σήμερα παλληκάρι μου?
Αυτές τις ιδέες, ή μάλλον με αυτές θα αντιμετωπίσεις τους συνανθρώπους σου έτσι και προκόψεις αύριο? Και από ότι βλέπω έχεις αρκετά στοιχεία «εύκολης» προόδου δυστυχώς.
Τίποτα δε θα αλλάξει σε αυτή τη χώρα γαμώ τα υπουργεία μου.
Χουά χα χα χα χα χα χα χα χα χα.
- Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
- Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
- Πρώτη εκτέλεση: Χαρούλα Αλεξίου
- Άλλες ερμηνείες: Θάνος Μικρούτσικος
- Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μην το ζορίζεις.
- Μάτσο χωράνε σε μια κούφιαν απαλάμη.
- Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.
- Ο πιο μικρός αχολογάει μ’ ένα καλάμι.
- Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δυο ποδάρια.
- Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.
- Μ’ ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπυ τη μαλάρια
- κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίτες ζυμώνει.
- Απ’ το ποδόσταμο πηδάνε ως τη γαλέτα.
- -Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατήρι;
- Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα
- ποιος ρήγα γιός θε να την πιεί σ’ ένα ποτήρι.
- Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια,
- κατάφερε το σταυρωτό του νότου αστέρι
- σωρός να πέσει να σκορπίσει στα σπιράγια,
- και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει.
- Ο Τοτ, του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,
- τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.
- Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;
- Ρούθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουμε οι διακόσιοι;
- Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
- – Μ’ ένα ξυστρι καθάρισέ με απ’ τη μοράβια.
- Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
- – Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.
- Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.
- Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.
- Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι…
- Ο πιο στερνός μ΄έναν αυλό με νανουρίζει.
- Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
- – Μ’ ένα ξυστρι καθάρισέ με απ’ τη μοράβια.
- Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
- – Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.



