Ο Απόλλων γδέρνει ζωντανόν τον Μαρσύα.
the greekcloud | 03.05.2015 | 05:59
Για τους ξεχασιάρηδες, να υπενθυμίσω ότι πριν από την Πολιτική γεννήθηκε η Χημεία.
Εννοώ την Ύλη που μας καθορίζει, όσο επιμένουμε να μη κατοικούμε στα δέντρα, ή το πολύ, σε παλούκια που ανακρατούν τις λιμναίες κατοικίες. Αμέτρητα χρόνια ζήσαμε ως είδος άγλωσσοι και άφατοι, ογκανίζοντας ή υπό σπάνιους μυκηθμούς.
Και η γονική φροντίδα πέρασε από πολλά στάδια. Ο Ηρόδοτος μνημονεύει μια σπάνια έμπρακτη γονική αγάπη: στα ρηχά νερά που κατοικούσαν σε καλύβια οι Παιόπλες και οι Παίονες, γλύτωναν τα σπλάγχνα τους που ήταν στο μπουσούλημα, δένοντας το πόδι τους με ένα χορτόσκοινο, να μη πνίγονται γλυστρώντας στον βάλτο.
Ας αφήσουμε τώρα τα επιβλητικά σινεμασκόπ και τα 3D των εισαγωγών, κι ας ανεχτούμε να περάσουν αβρά τέσσερις έως πέντε χιλιάδες χρόνια.
Όταν τα εφηβάκια έβγαιναν από το κουκούλι τους και τα μαλακά φτερώματά τους πρωτόβλεπαν το φως σκεπασμένα με εκείνην την ύφυγρη κρητίδα που έμοιαζε φανταχτερή, αλλά έσβηνε με το παραμικρό άγγιγμα από ξένο δέρμα.
Το 55 προτιμούσαν το ροκ, το γαλλικό σινεμά και τα ψαράδικα παντελόνια μαζί με απόηχους του υπαρξισμού, το 60 είχαν παρηγοριά το τουίστ, τον Πωλ Άνκα, και τους πρώτους πεθαμένους ήρωες, όπως τον Ζεραρ Φιλίπ και τον Τζεμιζντήν, το 65 ήταν τελειωμένοι Λαμπράκηδες ή Αντονιόνηδες και ποπκόρν, το 70 ήταν στα παντελόνια καμπάνες, στον Ρόκι Ρόμπερτς και στο συμφωνικό ροκ, το 75 γέμιζε κάθε πόρος τους από το γκλίτερ και τη ντίσκο και τον Έριχ Φρομ, αμή και τα πανκιά, το 80 άρχισαν να ενδιαφέρονται για το νιου γουέηβ και τα μικρά τσαντάκια, τα τεράστια μακάβρια κλαμπ σε υστερικά μακρινές πρωτεύουσες, το 85 ήταν εποχή παρανάγνωσης και βιντεοτσόντας και έντονης πολιτικής αφέλειας, το 90 είχε κυρίως κάγκουρους και σμιθάδες ,Μαντόνες και καταλήψεις, το 95 κάψανε τα μυαλά τους στο ρέηβ και συνδέθηκε η μουσική με το βιντεοκλίπ ,στο γύρισμα του αιώνα η διαφήμιση ξεπέρασε την ανάγνωση, το 2005 και εφεξής άρχισαν να φορτώνονται εντατικά τα Τσοτσιαλμήδια και το 2010 ξεκίνησε το ράντισμα, ο καταστατικός φατσαμπουκισμός και η αχώνευτη Κρίση.
Αν ξεχάσετε την Πολιτική, πράγμα δύσκολο, επειδή στη χώρα μας κυκλοφορεί σε πενηντάκιλους σάκκους, θα βρείτε αρκετές εξηγήσεις που τώρα μας μπερδεύουν, παρατηρώντας πως από την γενιά των νικητών του εμφυλίου ξεπήδησε πολύ αριστερό όραμα νέων,από την μάζωξη των χουντικών πεποιθήσεων, που ήταν σκληρή και εύθραυστη, όπως όλες οι δικτατορίες, βγήκε η πρώτη αντιεξουσιαστική μαγιά, πρώτα πολιτικοποιημένη, έπειτα βάναυσα συκοφαντημένη, ενώ από τους ενθουσιώδες πασοκογονείς προέκυψε μιά ακμαία ένωση κενταύρων και νεοδεξιών που κατέλαβε τα πανεπιστήμια πλειοψηφικώς.
Με δυο λογάκια, κάθε γονιός κι η μοίρα του. Αν ήταν δεξιάντζα, του έβγαιναν αριστερά παιδιά και τούμπαλιν. Μαζί, χάνονταν και μερικά κλικ κοινωνικής ευκρίνειας.
Ας θυμηθούμε τώρα την Πολιτική. Το «ριζοσπαστικός» που κόλλησε Καραμανλής ο πρεσβύτερος στο κόμμα που διαδέχτηκε τον Παπάγο, υπάρχει, μετά μισόν αιώνα, ως ακμαίο συστατικό του τίτλου του Σύριζα.
Τα παρτάλια του «φιλελεύθερου» όταν τα συμβόλιζε ο Νικήτας Βενιζέλος, σε τριάντα χρόνια, μέσω ενός τραγικού δανείου από τους liberals, έφτασε να σημαίνει το λιγότερο κράτος, φοβερή εξέλιξη κάποιου που ξεκίνησε από της Αμύνης το σκουφάκι έφερε τον Λευτεράκη, που πρώτος μονιμοποίησε τους υπαλλήλους του Δημοσίου.
Ο όρος «φασίστας», που ενέπνεε δόξα και τιμή στους αντικομμουνιστές του μεσοπολέμου, είναι πλέον ένας τελείως διαδεδομένος και κενός περιεχομένου όρος, στον οποίον αποδίδουν ενέργειες από κάθε πολιτική πτέρυγα.
Αν οι αντιδράσεις των νέων ανθρώπων ενοχλούν, δικαίως ενοχλούν.Πάντα ενοχλούσαν. Ήθελε κότσια να αντιμετωπίζεις κριτικά τον Παλαμά και τον Σικελιανό, αργότερα την γενιά του τριάντα και τη γενιά της Ήττας.
Τώρα, ήρθε η σειρά των σημερινών προσφάτως αποθαμένων ή των τελεσιδίκως γερόντων.Και πριν γιορτάσουμε τα 200 χρόνια της Επανάστασης του 21,δεν θα έχει μείνει κλαρί που να μη κρεμαστεί και ένας τέως δημιουργικός εβδομηντάρης.
Ας πρόσεχαν οι βιαστικοί. Διότι ξέρουν πως μόνον μιά πειστική αντεπανάσταση βουβαίνει για λίγο την εξέγερση, αλλά κι αυτή χρειάζεται κότσια και πολλές θυσίες.
Καταλήγω πως, όπως σαν τη Χαλκιδική δεν έχει, επίσης σαν τη σύγκρουση των γενεών δεν έχει.
Αλλά καθώς οι Τσελέντηδες επιβιώνουν προφητεύοντας ότι θα έρθουν εξάρηδες σεισμοί στη χώρα (σιγά την προφητεία) κυμαίνεται μεταξύ πιθανού και εντελώς προβλέψιμου η πρόρρηση πως θα υπάρξουν στα επόμενα χρόνια ομάδες και σέχτες και γκρούπες που θα βγάζουν τα τζίτζιλά τους υπέρ του Αλκμάνος και του Βασίλη Λεβέντη, πως θα γράφουν με το χέρι και με φτερό χήνας, πως θα ανατινάζουν πλυντήρια και πως θα θεωρούν τον Σαχτούρη φοβικό και τον Καβάφη «δικό τους». Αυτά έχουν οι πρωτοπορείες: πετσικάρουν.
Επειδή στις μέρες μας έβρεξε υδράργυρο, επιτρέποντας συνύπαρξη ζωοφιλίας, λατρείας στα άνθη, ενατενίσεις τοπίων και προσωπικές πιρουέτες μαζί με στοχασμό και με όνειρο στην ίδια κατσαρόλα, καθόλου δεν σημαίνει πως οι σταγόνες του υδραργύρου δεν θα ενωθούν, δημιουργώντας την δέουσα τοξικότητα στις μοναχικές καρδιές.
Κι όπως το έπαθαν όλες οι γενιές, θα υπάρξει κι από αυτήν την σπορά ο θρησκόληπτος νομπελίστας, ο ακατάληπτος αυτοκτόνος, ο ευπώλητος λαϊκιστής, ο ματαιωμένος αγωνιστής και ο υπέρτατος, ακατανίκητος μαλάκας που δεν θα ζητήσει συγγνώμη από κανέναν.


