Υπήρχε κάποτε στο Περαχώρι μια γυναίκα που οι παλιοί θυμούνταν για την καλοσύνη της.
Ήταν από εκείνες τις μορφές που δεν έκαναν θόρυβο. Δεν έγραψαν ιστορία στα βιβλία, ούτε άφησαν πίσω τους αξιώματα και πλούτη. Άφησαν κάτι πολύ πιο απλό και πολύ πιο ανθρώπινο.
Μνήμη.
Οι μεγαλύτεροι έλεγαν πως χρησιμοποιούσε πολλές ιταλικές λέξεις. Ήταν η γλώσσα μιας άλλης εποχής, όταν στα Επτάνησα η καθημερινή ομιλία κρατούσε ακόμη ζωντανά τα ίχνη της βενετσιάνικης παρουσίας.
Εκείνη όμως έμεινε στη μνήμη για τον φούρνο της.
Στο Περαχώρι ονόμαζαν μπαζαούλια τα μικρά ψωμάκια που έφτιαχναν από το ζυμάρι που περίσσευε, αφού είχαν ήδη βάλει τα μεγάλα καρβέλια στον ξυλόφουρνο.
Ύστερα ήρθαν η Κατοχή και ο Εμφύλιος.
Η πείνα έγινε καθημερινός σύντροφος. Το αλεύρι λιγόστεψε και οι περισσότερες καμινάδες έμειναν σβηστές.
Τα παιδιά, λένε οι παλιοί, ξυπνούσαν νωρίς και κοίταζαν τις στέγες του χωριού. Έψαχναν να δουν από ποια καμινάδα ανέβαινε καπνός.
Γιατί εκεί υπήρχε ψωμί.
Και υπήρχε μια καμινάδα που σχεδόν κάθε αυγή κάπνιζε.
Τα παιδιά μαζεύονταν στην αυλή με την ελπίδα πως θα έπαιρναν ένα ζεστοφούρνι μπαζαούλι.
Ένα μικρό ψωμάκι.
Για εκείνον που είχε χορτάσει μπορεί να ήταν μόνο ένα κομμάτι ζυμάρι.
Για το πεινασμένο παιδί όμως ήταν ολόκληρη η μέρα.
Ίσως κάποιες λεπτομέρειες να χάθηκαν με τα χρόνια. Έτσι συμβαίνει με όλες τις παλιές ιστορίες.
Αυτό που δεν χάθηκε είναι η ουσία τους.
Ένας αναμμένος φούρνος.
Μια καμινάδα που κάπνιζε όταν οι άλλες έμεναν κρύες.
Και λίγα ζεστά μπαζαούλια που έκαναν τον κόσμο λίγο πιο ανθρώπινο.
— δδμανιάς
Μερικές φορές, η μεγαλύτερη αγάπη χωράει σ’ ένα ζεστοφούρνι μπαζαούλι.


