κάθε αύγουστο το θιάκι γεμίζει.
κότερα, ιστιοπλοϊκά, καταμαράν, θαλαμηγούς, φουσκωτά.
τα έχουμε δει όλα αυτά.
αλλά τέτοιο πράγμα δεν θυμάμαι να έχει ξαναγίνει ποτέ.
φέτος δεν γέμισε μόνο το λιμάνι.
γέμισε η θάλασσα.
το σκαρτσουμπονήσι και το κάστρο γεμάτα θαλαμηγούς.
ο σκίνος ένα μεγάλο αγκυροβόλιο.
η λούτσα γεμάτη και μαζί της ο μικρός κολπίσκος στα δεξιά.
ο όρμος του μπροστά αετού γεμάτος κι αυτός σκάφη.
κι ύστερα το βαθύ.
ποια κάνες και μύκονος.
από τον άη λια και τη βαρδιόλα προς τα μέσα, κότερο στο κότερο.
κι όταν γέμισε μέσα, άρχισε να μεγαλώνει το λιμάνι προς τα έξω.
πέρα από τον κάβο.
τα βράχια έγιναν δέστρες.
εκεί που κάποτε έδενε μόνο το κύμα, τώρα δένουν κάβοι από μεγάλες θαλαμηγούς.
λες και κάποιος πήρε το λιμάνι του βαθιού και, χωρίς να ρίξει ούτε ένα κυβικό μπετόν, το μεγάλωσε μέσα σε μια νύχτα.
και τι θαλαμηγοί.
δεν μιλάμε απλώς για τουρισμό.
μιλάμε για ανθρώπους που μπορούν να κάνουν διακοπές σχεδόν οπουδήποτε στον κόσμο.
να πάνε μύκονο, σαρδηνία, κόστα σμεράλντα, γαλλική ριβιέρα, καραϊβική.
κι όμως πολλοί ρίχνουν την άγκυρά τους εδώ.
στο θιάκι.
τι βρίσκουν άραγε;
ίσως την ησυχία που δεν αγοράζεται.
ίσως το πράσινο που κατεβαίνει μέχρι τη θάλασσα.
ίσως αυτούς τους μικρούς όρμους που από μακριά δεν σου γεμίζουν το μάτι, αλλά όταν μπεις μέσα δεν θέλεις να φύγεις.
ίσως τον σκίνο.
ίσως το βαθύ.
ίσως τον μπροστά αετό.
ίσως τη λούτσα.
ή μήπως, κάπου βαθύτερα, παίζει ακόμη τον ρόλο του εκείνο το παλιό όνομα;
ιθάκη.
γιατί υπάρχουν χιλιάδες όμορφα νησιά στον κόσμο.
ιθάκη όμως υπάρχει μία.
κι από τότε που ο όμηρος έβαλε έναν άνθρωπο να γυρίζει δέκα χρόνια στις θάλασσες για να επιστρέψει σ’ αυτήν, το όνομα έπαψε να σημαίνει μόνο έναν τόπο.
έγινε προορισμός.
έγινε επιστροφή.
έγινε η πατρίδα που κουβαλάς μέσα σου.
μπορεί λοιπόν να έρχεται ο σημερινός ταξιδιώτης με μια θαλαμηγό εκατομμυρίων, με πλήρωμα, φουσκωτά και όλες τις ανέσεις του κόσμου.
αλλά όταν γράφει στο δρομολόγιό του ithaki, γράφει ένα όνομα τριών χιλιάδων χρόνων.
ίσως κι αυτό να αξίζει κάτι.
και πίσω από τη λάμψη των μεγάλων γιοτ υπάρχει μια άλλη εικόνα.
τα πληρώματα.
νέα παιδιά τα περισσότερα.
μέσα στον αύγουστο και στη ζέστη να ανεβοκατεβαίνουν.
φουσκωτό, βαθύ, προμήθειες, σακούλες, πράγματα, πίσω στο γιοτ και ξανά από την αρχή.
δουλεύουν για μερικούς από τους πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου, ανθρώπους με πρόσβαση σχεδόν στα πάντα.
κι αυτά τα παιδιά τρέχουν να τα προλάβουν όλα.
με τέτοια ζέστη και τέτοια κίνηση;
βράστα.
και μόλις πέσει ο ήλιος, αρχίζει άλλο έργο.
τα φουσκωτά των μεγάλων γιοτ του σκίνου πηγαινοφέρνουν κόσμο στο βαθύ.
πάνω κάτω.
μέσα έξω.
άλλα μικρά, άλλα μεγάλα, άλλα γρήγορα.
και ξαφνικά βλέπεις ένα να ξεπροβάλλει από την πλώρη μιας θαλαμηγού και να χάνεται πίσω από την επόμενη.
κι εμείς χθες βγήκαμε το βραδάκι για ψάρεμα.
στην είσοδο του βαθιού έχουμε το σκαρτσουμπονήσι.
έναν απότομο βράχο που τον ξέρουμε όπως ξέρουμε την αυλή του σπιτιού μας.
χθες γύρω του ήταν πρυμνοδετημένες τόσες θαλαμηγοί που ούτε το φαναράκι δεν φαινόταν.
φεύγεις λοιπόν το βράδυ.
ψαρεύεις.
και γυρίζεις στις δύο μετά τα μεσάνυχτα.
εκεί αρχίζουν τα ωραία.
γιατί επιστρέφεις στο λιμάνι που γνωρίζεις μια ζωή και ανακαλύπτεις ότι στο μεταξύ…
άλλαξε λιμάνι.
εκεί που πριν λίγες ώρες περνούσες, τώρα μπορεί να μη χωράς.
άγκυρες.
καδένες.
κάβοι.
πλώρες.
πρύμνες.
μικρά φουσκωτά που ξεπροβάλλουν από παντού.
και φώτα.
φώτα ψηλά, φώτα χαμηλά, φώτα στα καταστρώματα, στις πρύμνες, στα φουσκωτά.
άλλα ακίνητα κι άλλα κινούμενα.
τόσα πολλά που αντί να σου φωτίζουν τον δρόμο, σε στραβώνουν.
κι εκεί θέλεις μάτια δεκατέσσερα.
καλή όραση, εμπειρία, εκπαιδευμένα αντανακλαστικά και γνώση του πώς κινείται ένα ταχύπλοο.
γιατί πρέπει μέσα σε δευτερόλεπτα να καταλάβεις ποιο φως είναι ακίνητο, ποιο έρχεται πάνω σου και τι μπορεί να ξεπροβάλει από την επόμενη πλώρη.
κι ας ξέρεις κάθε πέτρα του λιμανιού.
γιατί η πέτρα είναι εκεί.
τα υπόλοιπα άλλαξαν όσο εσύ ψάρευες.
και μέσα σ’ όλον αυτόν τον χαμό πιάνεις τον εαυτό σου και χαμογελάς.
η βαρδιόλα έτσι όπως πάμε, σε λίγο θα μοιάζει με πλοηγικό σταθμό για θαλαμηγούς.
— πού πάτε καπετάνιο;
— βαθύ.
— περιμένετε λίγο να βγει ένας, να χωρέσετε!
κι όμως, πίσω από το αστείο υπάρχει κάτι που μας κάνει και λίγο περήφανους.
όλοι αυτοί οι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να πάνε παντού.
κι έρχονται εδώ.
δεν ξέρουμε αν έρχονται για τον όμηρο.
για τον οδυσσέα.
για τον σκίνο.
για το βαθύ.
για τα νερά μας.
ή απλώς επειδή κάποιος τους είπε κάποτε:
— πήγαινε στην ιθάκη.
ξέρουμε όμως τι βλέπουμε.
κάθε χρόνο λέγαμε:
— πολύς κόσμος φέτος.
φέτος όμως δεν το λες.
κοιτάς το κάστρο, το σκαρτσουμπονήσι, τον σκίνο, τη λούτσα, τον μικρό κολπίσκο της, τον μπροστά αετό και ολόκληρο το βαθύ και σου βγαίνει αυθόρμητα:
— τι έγινε ρε παιδιά με το θιάκι;
ποια κάνες και μύκονος.
ίσως τελικά ο οδυσσέας να έκανε καλύτερη διαφήμιση απ’ όλους μας.
τρεις χιλιάδες χρόνια πέρασαν και οι ταξιδιώτες εξακολουθούν να ψάχνουν την ιθάκη.
μόνο που τώρα δεν έρχονται με πεντηκόντορους.
έρχονται με θαλαμηγούς.
«λιόντας» — γιατί το χρήμα μπορεί να αγοράσει τη θαλαμηγό. την ιθάκη όμως πρέπει πρώτα να τη νιώσεις.
— δδμανιάς
ο «λιόντας» δίπλα στις θαλαμηγούς του πλούτου. γιατί όσο μεγάλο κι αν είναι το κότερο, όσο κι αν λάμπουν τα φώτα του, στο τέλος ο πραγματικός πλούτος είναι να ξέρεις ποιος είσαι, από πού έρχεσαι και ποια θάλασσα λες δική σου. δδμανιάς


