«αύγουστε, καλέ μου μήνα, να ’σουν δυο φορές τον χρόνο», έλεγαν οι παλιοί.
και είχαν τους λόγους τους.
ο αύγουστος ήταν μήνας αφθονίας. τα σταφύλια ωρίμαζαν, τα σύκα μέλωναν, τα περιβόλια έδιναν καρπούς, τα πανηγύρια έσμιγαν τους ανθρώπους και ο δεκαπενταύγουστος ήταν η μεγάλη γιορτή του καλοκαιριού.
φέτος όμως θα του το πούμε λίγο διαφορετικά:
καλός είσαι, αύγουστε… αλλά μια φορά μας φτάνεις.
γιατί μας έψησες.
και δεν χρειάζεται θερμόμετρο για να το καταλάβουμε.
αρκεί μια βόλτα στο θιάκι.
το αμπέλι βιάστηκε φέτος
στον κάμπο τα αμπέλια τρυγήθηκαν νωρίς.
τα σταφύλια άρχισαν να στεγνώνουν πάνω στα κλήματα και δεν μπορούσαν να περιμένουν άλλο.
στο βουνί κρατούν ακόμη λίγο. εκεί πάντα αργούν περισσότερο, αλλά σε λίγο θα έρθει κι εκεί η ώρα του τρύγου.
ο παλιός άνθρωπος δεν χρειαζόταν μετεωρολόγο για να καταλάβει τι καιρό κάνει.
κοίταζε το αμπέλι.
κοίταζε την ελιά.
έπιανε το χώμα.
σήκωνε το κεφάλι να δει από πού φυσάει.
και καταλάβαινε.
αν έχεις βαθιές ρίζες
οι ελιές διψάνε.
ο καρπός σε πολλά δέντρα ζαρώνει, μικραίνει, γίνεται σχεδόν κουκούτσι και πέφτει πριν την ώρα του.
κι όμως η ελιά επιμένει.
ψάχνει βαθιά στη γη για την υγρασία που απέμεινε και κρατιέται.
γιατί αν έχεις βαθιές ρίζες, τον πολεμάς τον αύγουστο.
κι αυτό δεν ισχύει μόνο για τα δέντρα.
ίσως ισχύει και για τους ανθρώπους.
κι όλοι κοιτάμε τον ουρανό.
μια βροχή θέλουμε.
τα σύκα στάζουν μέλι
οι συκιές αυτές τις μέρες έχουν τη δική τους γιορτή.
τα σύκα έχουν μεστώσει τόσο, που μερικά ανοίγουν πάνω στο δέντρο και βγάζουν το μέλι τους από πίσω.
το ξέρουν τα πουλιά.
το ξέρουν κι οι σφήκες.
και πολλές φορές φτάνουν πριν από εμάς.
τα ρόδια σιγά σιγά φουσκώνουν και μεστώνουν.
τα καρύδια γεμίζουν μέσα στο πράσινο περίβλημά τους.
άλλα υποφέρουν από την κάψα.
άλλα ωριμάζουν.
άλλα περιμένουν.
η φύση δεν σταματά τη δουλειά της επειδή εμείς ζεσταινόμαστε.
νερό ψάχνουν όλοι
η ζέστη ζεμάτισε και τα ζουζούνια.
λιγόστεψαν, κρύφτηκαν, χάθηκαν μέσα στη γη, στα χόρτα και στις πέτρες.
με την πρώτη βροχή όμως θα ξαναβγούν.
θα ξαναγεμίσει ο τόπος μικρές ζωές.
τα πουλιά ψάχνουν μια σταγόνα νερό.
οι σφήκες το ίδιο.
τα κουνάβια περιμένουν να περάσουν τα μεσάνυχτα και να δροσίσει λίγο η πέτρα για να βγουν.
στους λόγγους έχουν πληθύνει τα αγριογάτσουλα και κυνηγούν ποντίκια.
όλοι προσπαθούν να προσαρμοστούν.
γιατί στον καύσωνα δεν υποφέρει μόνο ο άνθρωπος.
διψάει ολόκληρος ο τόπος.
ο ίσκιος χρυσάφι
κι εμείς ξαναμαθαίνουμε αυτά που ήξεραν οι παλιοί.
όταν ο ήλιος βαράει κατακέφαλα, δεν κάνεις τον ήρωα.
ψάχνεις μια ελιά.
μια συκιά.
μια κληματαριά.
ένα πεύκο.
οτιδήποτε μπορεί να βάλει λίγα φύλλα ανάμεσα στο κεφάλι σου και στον ήλιο.
κι εκεί καταλαβαίνεις ξανά την πραγματική αξία ορισμένων πραγμάτων.
ο ίσκιος του δέντρου χρυσάφι,
κι η πνοή του αγέρα διαμάντι.
κάθεσαι από κάτω και περιμένεις.
κι όταν περάσει εκείνο το λίγο αεράκι, έστω για δέκα δευτερόλεπτα, λες:
«να ’σαι καλά, όπου κι αν ήσουν.»
τι κλιματιστικά και πολυτέλειες.
εκείνη τη στιγμή, αυτό το μικρό φύσημα είναι πλούτος.
κάτσε λίγο ήσυχα, αύγουστε
φέρε τα σύκα σου.
φέρε τα σταφύλια σου.
μέστωσε τα ρόδια και τα καρύδια.
κράτα λίγο ακόμη τις αυγουστιάτικες νύχτες, τα πανηγύρια και τις παρέες.
αλλά με τη ζέστη κάτσε λίγο ήσυχα.
αρκετό κόσμο μας έφερες.
αρκετά τρέξαμε.
αρκετά ιδρώσαμε.
αρκετά μας έψησες.
κι αν γίνεται, πριν φύγεις, άσε μας και μια καλή βροχή.
να μυρίσει το ξερό χώμα.
να πιουν οι ελιές.
να δροσίσει η πέτρα.
να βρουν νερό τα πουλιά και τα ζωντανά.
να ξαναβγούν τα ζουζούνια.
να πάρει μια ανάσα ο λόγγος.
και μαζί του να πάρουμε κι εμείς.
γιατί ο αύγουστος πάντα κάτι καίει.
άλλοτε τη γη.
άλλοτε το κορμί.
καλός είσαι, αύγουστε.
αλλά μια φορά τον χρόνο μάς φτάνεις.
«μέρα μέρωσε… κάτσε ήσυχα, αύγουστε. μια σκιά, μια πνοή αγέρα κι αύριο πάλι.»

