Από τα φύλλα του Νήριτου ως τη λάσπη της βαθιάς θάλασσας
Ο Οδυσσέας, όταν μιλά στους Φαίακες για την πατρίδα του, αρχίζει από το βουνό: «Νήριτον εἰνοσίφυλλον, ἀριπρεπές». Το Νήριτο ξεχωρίζει από μακριά· ο άνεμος σαλεύει τα φυλλώματά του. Είναι μια εικόνα που την κουβαλά ο ξενιτεμένος στη μνήμη του: πρώτα το βουνό, κι ύστερα όλα τ’ άλλα. users.sch.gr
Λίγους στίχους παρακάτω, ο Όμηρος χωρά ολόκληρο το Θιάκι σε μια φράση: «τρηχεῖ᾽, ἀλλ᾽ ἀγαθὴ κουροτρόφος». Τραχιά γη, μα καλή να θρέφει παιδιά. Η πέτρα δυσκολεύει τον άνθρωπο, δεν τον διώχνει. Ανάμεσά της κρατιέται το χώμα, βρίσκουν δρόμο οι ρίζες, μεγαλώνουν οι ελιές, τα πουρνάρια και τα κυπαρίσσια. Όπου ανοίγει μια λεκάνη και μαζεύεται περισσότερη γη, ανθίζει η καλλιέργεια. users.sch.gr
Όταν ο Οδυσσέας επιστρέφει και δεν αναγνωρίζει ακόμη τον τόπο του, η Αθηνά τού περιγράφει την Ιθάκη. Λέει «ἔστι μὲν ὕλη παντοίη» — έχει δέντρα κάθε λογής. Μιλά ακόμη για σιτάρι, κρασί, βοσκές και νερά. Αυτή είναι η Ιθάκη του έπους, η πατρίδα όπως ζει μέσα στην ποίηση· οι στίχοι δεν μας λένε πόσα δέντρα είχε το νησί το 1500 π.Χ. Μας θυμίζουν όμως πως η τραχύτητά του και η ζωή που γεννά δεν ήταν ποτέ αντίθετα πράγματα. users.sch.gr
Σήμερα, στο απότομο, πετρώδες βουνό απλώνεται κυρίως ο χαμηλός, σκληρόφυλλος λόγγος. Το Νήριτο υψώνεται πάνω από τα οκτακόσια μέτρα, κι οι πλαγιές του κατεβαίνουν προς τη θάλασσα. Η βροχή παίρνει χώμα από τις κλίσεις· λίγο μένει στις κοιλότητες και ανάμεσα στις πέτρες, άλλο ταξιδεύει χαμηλότερα. Η γη αλλάζει αργά, μα δεν παύει να δουλεύει.
«Όπως είναι απ’ έξω η ακτή, έτσι είναι κι από μέσα στο νερό», λέγαμε παλιά. Στο Θιάκι η κουβέντα αυτή έχει βάρος. Ο βράχος δεν τελειώνει στον αφρό. Συνεχίζει στον βυθό, ανοίγει σχισμές και σπηλιές, γίνεται σπίτι για τα πετρόψαρα. Κοντά στην επιφάνεια περνούν άλλα ψάρια. Πιο έξω, εκεί που ο βραχώδης βυθός δίνει τη θέση του στη βαθιά λεκάνη της ανατολικής Ιθάκης, απλώνεται η λάσπη που ξέρει ο ψαράς από τη δουλειά του.
Ένα μέρος αυτής της λάσπης είναι χώμα που έφυγε από τη στεριά. Κι όμως, η βαθιά λεκάνη δέχεται υλικά και από τα γύρω παράλια, τα ποτάμια και τα θαλάσσια ρεύματα. Όπως το χώμα μαζεύεται στις λεκάνες της στεριάς, έτσι και τα λεπτά υλικά κατακάθονται στις λεκάνες της θάλασσας.
Αυτό είναι το σαρκίον της Ιθάκης: το φυλλωμένο βουνό που θυμάται ο Όμηρος, ο σημερινός λόγγος που αντέχει στην πέτρα, οι ρίζες, οι βράχοι, οι υποθαλάσσιες σπηλιές και η λάσπη στα βαθιά. Το Θιάκι δεν σταματά εκεί που τελειώνει η στεριά. Συνεχίζει κάτω από το νερό — κι όποιος το αγάπησε από τη βάρκα το ξέρει.
— δδμανιάς


