κοινωνία

η ιθάκη δεν είναι τορτούγκα

η θάλασσα κι η κοινωνία μοιάζουν. μπορούν να σε θρέψουν, να σε πλουτίσουν ή να σε καταπιούν μαζί με τ’ όνειρά σου. άλλος ανοίγει πανιά...

παλιό σκαρί, παλιό κρασί

περπατούσε σκυφτός,με βήμα όχι τόσο σταθερό,μα η μέση του δυνάμωνεμε κάθε βήμα. το ύφος καλοσυνάτο,η ματιά κουρασμένη,τα χέρια πρόθυμα,το πρόσωπο χαρωπό. τα πρωινά για το σχολείοπήγαινε...

μάϊνα μαΐστρα

να μη ζητάμε από τον εαυτό μας περισσότερα απ’ όσα αντέχει όταν ακόμη μπάρκαρε, στεκόταν στο φτερό της γέφυρας που...

ούλα σκληρά κι ανάποδα κι ο λύκος χορτασμένος

το κοπάδι μετράει τις μπουκιές του κι οι ποιμενάρχες ζητούν ησυχία στραβό κι ανάποδο μηχάνημα ο άνθρωπος. άλλα σκέφτεται, άλλα...

το καλοκαίρι του 1960 στο μενίδι

στη μνήμη της θείας νίκαινας και των ανώνυμων γυναικών που έδωσαν τόση αγάπη το καλοκαίρι του 1960 ο πατέρας μου...

«τότε, στην εβδόμη»

δεν φοβόταν εκείνη την αίσθηση.για τον εαυτό του φοβόταν.και για κείνη. σαν κάτι στη ματιά της να του έλεγε:«μην το...

το νήριτο με το καμπαναριό του

Σιγά σιγά θα μείνουμε με μόνη παρέα το βουνό. Το πρωί σηκώνεσαι, φτιάχνεις τον καφέ σου χωρίς ζάχαρη και κάθεσαι...

άνθρωπος

ἄνω + θρώσκω / ὄπωπα — «αυτός που κοιτάζει ψηλά»* Ο άνθρωπος έμαθε να πετάει, να ταξιδεύει στο Διάστημα, να...