
του διον διομ μανιά
κύριε ελέησον, κύριε ελέησον, κύριε ελέησον
ούλα καλά θα πάνε λένε οι οιωνοί, καθαρά τα σκώτια και οι σπάλες.
βέβαια δεν θα ήτανε άσχημα να στέλναμε και καμιά 20αριά νέες και νέους στο μινώταυρο (μέρκελ, εε, αμερική) κάθε χρόνο, κι άντε να βρεις θησέα και άσπρα πανιά να τα φέρεις πίσω, αλλά μάλλον τ αρσενικά δεν τα πολυ θέλουν οι θιακοί, προτιμούν τις κόρες τους, έστω και με ξενόγαμπρους, για να τους γεροκομάνε, οι νύφες δεν είναι για τα πεθερικά.
ωραία η κοινωνία μας λοιπόν, περνούσαν παλιά οι φτωχοί απο το καφενείο κι έσκυβαν το κεφάλι στους προύχοντες, μέχρι τα σκέλια τους έφτανε, αν δεν το έσκυβαν έχαναν τη δουλειά τους.
πέρασαν προύχοντες πολλοί, καλά παιδιά, τους ξέρετε δα, και το καταντημά τους.
σήμερα νέα γενιά προσπαθεί να καταξιωθεί στην ευγενή αυτή τάξη.
κι αυτοί καλά παιδιά, κ οι θιακοί έχουνε ανάγκη από προύχοντες για να τους δίνουν δουλειά, για να έχουν κάποιους να σκύβουν το κεφάλι, που τόσο τους αρέσει από συνήθεια.
τι θα γίνουμε πατριώτες χωρίς προύχοντες; χωρίς άρχοντες; ποιος θα μας πετάει κανα κοκαλάκι να το γλυφούμε;.
δεν είμαστε δα κι ούλοι το ίδιο που λεε και μια θειά τρελοκαμπέρω με τα κολιέ της καβαλημένη.
αν δεν διακρίνεται ο άνθρωπος γιατί στο διάολο να ζει;
αν δεν έχεις κάμποσους να σου θυμίζουν την ανωτερότητα σου, να ξεχνάς ότι θα γίνεις χώμα, πως θα καταφέρεις να επιζείς;
έτσι λοιπόν καλά τα λέανε οι τούρκοι, καλά κι ενετοί, καλά και τα σημερινά καθικάκια.
και πολλά φιλάκια
υγ: μα τι μαλακίες λέω πάλι ο ζηλιάρης και δεν τ αφήνω ήσυχα τα παιδάκια να δουλέψουν για το θιάκι.

