
iloveithaki.gr, 3/3/2026
κουβέντες από τον νιονιό τον μανιά του μήδη και δε βαριέστε
πήγα στο παλάτι.
να ζητήσω ασήμι.
να φτιάξω μια βάρκα για ψάρεμα.
ο βασιλιάς έλειπε στον πόλεμο.
η Πηνελόπη κράταγε το σπίτι όρθιο.
ο Εύμαιος είχε μιλήσει.
μου έδωσε λίγο ασήμι.
όχι με τόκο.
με υποχρέωση.
τότε η πίστωση ήταν πρόσωπο.
ήταν βλέμμα.
ήταν τιμή.
αν τελείωνε το ασήμι,
τελείωνε κι ο πόλεμος.
μετά ήρθε η αγορά.
το τραπέζι.
ο τραπεζίτης.
ο άνθρωπος έσκυβε πάλι.
απέναντι από μια ζυγαριά.
αν δεν πλήρωνε,
έχανε τη γη του.
έχανε την ελευθερία του.
γι’ αυτό ο Σόλων έσεισε τα βάρη.
γιατί η πόλη διαλυόταν.
τότε το χρέος είχε πρόσωπο.
και ο δανειστής ήξερε τον δανειζόμενο.
ύστερα ήρθαν οι αυτοκρατορίες.
ο Μέγας Αλέξανδρος δεν πήρε δάνειο για να περάσει τα βουνά.
είχε στρατό.
είχε πειθαρχία.
είχε χρόνο με το μέρος του.
νικούσε γρήγορα.
γιατί αν καθυστερούσε,
θα τελείωνε το ασήμι.
και μετά γεννήθηκε κάτι πιο δυνατό από το ασήμι.
η πίστωση.
κράτη που πολεμούν με λεφτά που δεν έχουν ακόμη.
πόλεμοι που πληρώνονται με μελλοντικούς φόρους.
ομόλογα.
κεντρικές τράπεζες.
αγορές.
το τραπέζι μεγάλωσε.
έγινε γυάλινο.
έγινε παγκόσμιο.
έγινε αόρατο.
σήμερα ρωτάμε:
ποιος θα αντέξει;
ο πλούσιος με το νόμισμα;
ή ο λαός με τα βουνά;
η ιστορία δεν απαντά απλά.
η γερμανία είχε όπλα.
έχασε στον χρόνο.
η αμερική είχε ισχύ στο βιετνάμ.
έχασε στη βούληση.
κανείς δεν νικά μόνο με χρήμα.
κανείς δεν νικά μόνο με πέτρα.
νικά όποιος αντέχει περισσότερο τον χρόνο.
όποιος κρατά ενωμένους τους φρουρούς του.
όποιος πείθει τον λαό του ότι αξίζει.
στο θιάκι η τράπεζα ήταν η πηνελόπη.
η πίστωση ήταν σχέση.
η ευθύνη ήταν προσωπική.
σήμερα δεν ξέρεις ποιος κάθεται πίσω από το τραπέζι.
μόνο ότι το τραπέζι μεγάλωσε.
κι εσύ στέκεσαι πάλι μπροστά του.
επιμύθιο
το τραπέζι άλλαξε μέγεθος.
ο άνθρωπος όχι.
κι όσο κι αν μεγαλώσουν οι αυτοκρατορίες,
στο τέλος ο λογαριασμός
πέφτει πάντα
στον μικρό που ζητά ασήμι για μια βάρκα.
κι ένα τραγούδι για καράβια αλήτες…
Καράβια αλήτεσ μασ σφύριξαν κάτι
Μασ είπαν ελάτε μασ κλείσαν το μάτι
Μπροστά μασ περνάνε μα δε σταματάνε
Τα άσπρα πανιά τουσ δεν ήταν για μασ
Στο ‘να μου χέρι το τσιγάρο
Μοιάζει με χαμένο φάρο
Κι άμα θα σβήσει θα ‘ρθει μπόρα
Σχόλασε το γλέντι τώρα
Καράβια περάσαν χαθήκαν στα βάθη
Γιατί μασ γελάσαν κανείσ δε θα μάθει
Ανάποδη μέρα τα τράβηξε πέρα
Σ’ αυτό το λιμάνι δε φεύγει κανείσ
Στο ‘να μου χέρι το τσιγάρο
Μοιάζει με χαμένο φάρο
Κι άμα θα σβήσει θα ‘ρθει μπόρα
Σχόλασε το γλέντι τώρα


