
iloveithaki.gr, 6/5/2026
— είδες τη μικρή στο κινητό;
— την είδα…
— πού είναι τώρα;
— στο τσεσμέ λέει… απέναντι από τη χίο…
— με το τούρκο το παιδί;
— ναι… καλό παιδί φαίνεται… μηχανικός…
— κι αυτή γελάει συνέχεια…
— πότε να μη γελάσει; εκεί έχει δουλειά, ασφάλεια, ζωή…
η γυναίκα άφησε τον καφέ στο τραπέζι και κοίταξε έξω προς το βαθύ.
δυο καταμαράν είχαν δέσει κι ένας εργάτης κουβαλούσε κιβώτια για το μαγαζί.
— θυμάσαι που έλεγε “θα τελειώσω την ελβετία και θα γυρίσω στο θιάκι”;
— όλα τα παιδιά αυτό λένε όταν φεύγουν…
σιωπή.
— και τώρα;
— τώρα λέει πως αν κάνει παιδί θέλει σχολείο, παιδίατρο, σταθερή δουλειά…
— δηλαδή εδώ δεν γίνεται;
— εσύ τι λες;
η γυναίκα δεν απάντησε.
γιατί στο θιάκι σήμερα το δημογραφικό δεν είναι αριθμοί.
είναι σπίτια με κλειστά παιδικά δωμάτια.
είναι γονείς που περιμένουν viber από παιδιά που ζουν στο εξωτερικό.
είναι νέοι άνθρωποι που δουλεύουν σεζόν τέσσερις μήνες και τον χειμώνα μετράνε ευρώ.
κι ας μη λέμε ψέματα μεταξύ μας.
αν αφαιρέσεις λίγους ανθρώπους που έχουν μόνιμη θέση, δημόσια δουλειά ή κάποια δική τους επιχείρηση, οι περισσότεροι νέοι στο νησί φυτοζωούν.
λίγο γκαρσόνι το καλοκαίρι.
λίγο εργάτης γης.
λίγο μεροκάματο όπου βρεθεί.
και συχνά από πίσω η σύνταξη του πατέρα και της μάνας να κρατά όρθιο όλο το σπίτι.
κι ύστερα ακούμε για δημογραφικό.
μα πώς να κάνει παιδί ένα νέο ζευγάρι όταν:
- δεν ξέρει αν θα έχει δουλειά τον νοέμβρη,
- πληρώνει πανάκριβα τα πάντα,
- δεν έχει σταθερή υγεία και υποστήριξη,
- και σκέφτεται αν το παιδί του θα χρειάζεται να φύγει κι αυτό στα δεκαοχτώ του;
το πρόβλημα δεν είναι ότι τα παιδιά “δεν αγαπούν τον τόπο τους”.
τον αγαπούν.
γι’ αυτό και πονάει περισσότερο.
το πρόβλημα είναι ότι ολόκληρος ο πλανήτης έγινε μικρός.
ένα παιδί από το θιάκι μπορεί να σπουδάσει στην ελβετία, να γνωρίσει έναν νέο από την τουρκία, να κάνει διακοπές στο τσεσμέ και να δουλεύει σε πολυεθνική εταιρεία χωρίς ποτέ να χρειαστεί να επιστρέψει.
ενώ εδώ ακόμα συζητάμε αν θα υπάρχει γιατρός τον χειμώνα και αν θα φύγει το καράβι με οχτώ μποφόρ.
αν πραγματικά θέλουν να κρατήσουν νέους στα μικρά νησιά, τότε χρειάζονται πράξεις:
- γρήγορο ίντερνετ και δυνατότητες τηλεργασίας,
- φορολογικά κίνητρα για νέες οικογένειες,
- φθηνή στέγη,
- σταθερές συγκοινωνίες,
- παιδικοί σταθμοί και υγεία όλο τον χρόνο,
- δουλειές πέρα από τον τουρισμό των τριών μηνών,
- στήριξη σε μικρές παραγωγές και νέες επιχειρήσεις.
αλλιώς θα συνεχίσουμε να κάνουμε συνέδρια για το δημογραφικό σε νησιά που αργά αργά αδειάζουν από παιδιά.
κι ύστερα θα καθόμαστε στα μπαλκόνια, θα κοιτάμε φωτογραφίες από το τσεσμέ, τη ζυρίχη, το ροττερνταμ ή τη μελβούρνη και θα λέμε:
— να ’ταν εδώ έστω για λίγο…
«το δημογραφικό δεν είναι πόσοι γεννιούνται.
είναι πόσοι μπορούν να μείνουν.»
επιμύθιο
κάποτε τα νησιά έστελναν ναυτικούς στον κόσμο.
σήμερα στέλνουν τα παιδιά τους.
υπάρχουν τραγούδια που τα ακούς.
και υπάρχουν τραγούδια που σε κοιτάζουν μέσα στα μάτια.
το «κάποτε θα ’ρθουν να σου πουν» είναι από αυτά.
γιατί δεν μιλά μόνο για πολιτική ή κοινωνία.
μιλά για την αργή φθορά του ανθρώπου όταν αρχίζει να παραδίδει την ψυχή του στην «κανονικότητα».
στη σιωπή.
στο «μη μιλάς».
στο «κοίτα τη δουλειά σου».
στο «όλοι έτσι κάνουν».
κι εκεί έρχεται η φωνή του σιδηρόπουλου — όχι σαν ήρωας, αλλά σαν άνθρωπος πληγωμένος και αληθινός — να θυμίσει πως όταν συμβιβάζεσαι ολοκληρωτικά, κάτι μέσα σου πεθαίνει πριν ακόμα γεράσεις.
ίσως γι’ αυτό το τραγούδι παραμένει τόσο ελληνικό.
δεν είναι ούτε θριαμβευτικό ούτε μοιρολατρικό.
είναι μια πεισματάρικη αντίσταση απέναντι στη φθορά.
σαν να λέει:
«ξέρω πολύ καλά σε τι κόσμο ζω.
αλλά δεν θα σας κάνω τη χάρη να γίνω ίδιος.»

