iloveithaki.gr, 24/5/2026
υπάρχει κάτι άρρωστο στην εποχή μας.
οι λέξεις έχασαν το νόημά τους και έγιναν ρόπαλα.
αν μιλήσεις για σύνορα σε λένε φασίστα.
αν μιλήσεις για ανθρώπινα δικαιώματα σε λένε προδότη.
αν μιλήσεις για τους φτωχούς της ίδιας σου της χώρας σε λένε λαϊκιστή.
αν μιλήσεις για τους πνιγμένους μετανάστες σε λένε ανθέλληνα.
κι έτσι η συζήτηση τελειώνει πριν καν αρχίσει.
ας ξεμπερδέψουμε λοιπόν μερικά πράγματα.
η τζόρτζια μελόνι πράγματι προέρχεται από πολιτικό χώρο με ρίζες στη μεταπολεμική ιταλική ακροδεξιά.
κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν το αρνείται αυτό.
η κυβέρνησή της εφαρμόζει σκληρή πολιτική στο μεταναστευτικό και έχει δεχθεί μεγάλες επικρίσεις από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων για περιορισμούς στις διασώσεις και για συμφωνίες με χώρες όπως η λιβύη και η τυνησία.
όμως άλλο πράγμα η πολιτική κριτική και άλλο τα συνθήματα.
το να λες «η μελόνι πνίγει μετανάστες» δεν είναι πολιτική ανάλυση. είναι κραυγή θυμού.
και το μεγαλύτερο ψέμα είναι άλλο:
ότι μόνο οι «δεξιοί» εφαρμόζουν αυστηρή μεταναστευτική πολιτική.
η ίδια η ευρώπη πλέον κινείται προς αυστηρό έλεγχο συνόρων.
η δανία της σοσιαλδημοκρατίας εφαρμόζει από τις πιο σκληρές πολιτικές στην ευρώπη.
η φινλανδία επίσης αυστηροποίησε πολύ το πλαίσιο μετά τις γεωπολιτικές πιέσεις και την κρίση ασφαλείας με τη ρωσία.
άρα τι συμβαίνει;
συμβαίνει κάτι απλό αλλά άβολο:
οι κοινωνίες φοβούνται ότι η παγκοσμιοποίηση χωρίς κανόνες διαλύει την συνοχή τους.
φοβούνται την φτώχεια, την ανασφάλεια, την υποβάθμιση της εργασίας, την εμπορευματοποίηση του ανθρώπου.
και μέσα σ’ αυτό το χάος τα παλιά κόμματα έχασαν την αξιοπιστία τους.
γιατί;
διότι για δεκαετίες έλεγαν μεγάλα λόγια περί ανθρωπισμού ενώ:
- διέλυαν την παραγωγή,
- παρέδιδαν τα σπίτια στα funds,
- έκαναν τους νέους γκαρσόνια με πτυχία,
- μετέτρεπαν τον άνθρωπο σε φθηνό αριθμό εργασίας,
- και χρησιμοποιούσαν τον μετανάστη είτε σαν εργαλείο φόβου είτε σαν εργαλείο φθηνής οικονομίας.
εκεί χάθηκε η εμπιστοσύνη.
κι εδώ υπάρχει κάτι που οι παλιές πολιτικές γενιές δεν έχουν ακόμη καταλάβει:
οι περισσότεροι νέοι άνθρωποι σήμερα δεν ζουν πια με τις παλιές ταμπέλες «δεξιά» και «αριστερά».
όχι γιατί έγιναν αδιάφοροι.
αλλά γιατί μεγάλωσαν μέσα σε μια εποχή όπου είδαν όλα σχεδόν τα κόμματα να υπόσχονται δικαιοσύνη και να παραδίδουν χρέη, ανασφάλεια και αδιέξοδο.
ο νέος σήμερα δεν ρωτά πρώτα αν κάποιος είναι δεξιός ή αριστερός.
ρωτά:
- θα μπορώ να ζήσω;
- θα έχω σπίτι;
- θα μπορώ να κάνω οικογένεια;
- θα υπάρχει αξιοπρέπεια στη δουλειά;
- θα υπάρχει δικαιοσύνη ή μόνο γνωριμίες και χρήμα;
αυτά τον νοιάζουν.
γι’ αυτό και τα παλιά κόμματα πανικοβάλλονται.
γιατί χάνουν τον έλεγχο των παλιών στρατοπέδων.
έτσι χρησιμοποιούν τους φόβους και τις τάσεις των κοινωνιών για να επιβιώσουν πολιτικά.
άλλοι εμπορεύονται τον φόβο της μετανάστευσης.
άλλοι εμπορεύονται έναν ψεύτικο δήθεν ανθρωπισμό χωρίς λύσεις.
κι άλλοι απλώς αλλάζουν συνθήματα κάθε φορά που αλλάζει ο άνεμος στην ευρώπη.
ο απλός άνθρωπος όμως δεν ζητά μίσος.
ζητά δικαιοσύνη.
ζητά τάξη χωρίς απανθρωπιά.
ζητά κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση.
ζητά ασφάλεια χωρίς φασισμό.
ζητά ανθρωπιά χωρίς υποκρισία.
επειδή κάποιοι δήθεν προοδευτικοί πρόδωσαν την ίδια την έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης, πολλοί λαοί στράφηκαν σε σκληρότερες πολιτικές φωνές.
όχι πάντα από μίσος.
αλλά από οργή και απογοήτευση.
αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε σκληρή πολιτική είναι σωστή.
ούτε ότι πρέπει να κλείσουμε τα μάτια μπροστά σε ακραίες φωνές ή εθνικισμούς.
σημαίνει όμως ότι αν θέλεις δημοκρατία πρέπει πρώτα να ακούς γιατί οι κοινωνίες αντιδρούν.
η αληθινή δημοκρατία δεν είναι να κολλάς ταμπέλες.
είναι να αντέχεις την δύσκολη συζήτηση.
κι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα σήμερα δεν είναι ούτε η δεξιά ούτε η αριστερά.
είναι ότι χάσαμε την ικανότητα να μιλάμε σαν άνθρωποι χωρίς να ψάχνουμε αμέσως εχθρούς.
γιατί η αξιοπρέπεια δεν είναι ούτε δεξιά ούτε αριστερή.
είναι ανθρώπινη.
δδμανιάς
επίλογος
οι λαοί δεν ζητούν θαύματα.
ζητούν να μπορούν να ζουν όρθιοι χωρίς φόβο, χωρίς ψέμα και χωρίς να μισούν ο ένας τον άλλον για λογαριασμό εκείνων που χρόνια τώρα κερδίζουν από την σύγχυση.
Αυτό το τραγούδι έχει εκείνη τη βαριά, πικρή αίσθηση ανθρώπων που κουράστηκαν να ακούν μεγάλα λόγια και ψάχνουν κάτι αληθινό να κρατηθούν.
Δεν φωνάζει.
Δεν κάνει επανάσταση με συνθήματα.
Αλλά κουβαλά εκείνη τη σιωπηλή αγωνία μιας γενιάς που μεγάλωσε μέσα σε υποσχέσεις και βρέθηκε μπροστά σε φόβο, χρέη και αβεβαιότητα.
Γι’ αυτό ταιριάζει τόσο πολύ με το άρθρο.
Γιατί οι νέοι σήμερα δεν ψάχνουν «σωστή παράταξη».
Ψάχνουν ανάσα.
Να μπορούν να σταθούν όρθιοι χωρίς να πρέπει να διαλέξουν ανάμεσα σε φανατισμούς και ψεύτικες ιδεολογικές βιτρίνες.
Και κάπου εκεί βρίσκεται η δύναμη του τραγουδιού:
ότι θυμίζει πως πίσω από όλες τις ταμπέλες υπάρχει ακόμα ο άνθρωπος που θέλει λίγη δικαιοσύνη, λίγη αλήθεια και μια ζωή που να αξίζει να τη ζήσει.


