εκείνο το παράθυρο ήταν ούλη η ζωή μου.
το μισοσάπιο κούφωμα ήταν το σπίτι μου. μήτσο μ’ έλεγαν. ποιος μου έδωσε το όνομα δεν θυμάμαι. μπορεί και να μην το ήξερα ποτέ. αλλά τι σημασία έχει; ένα όνομα χρειάζεται ο καθένας, για να μπορεί κάποτε να θυμηθεί πως πέρασε από τον κόσμο.
δίπλα μου ήταν μια γλάστρα. είχε υγρασία, λουλούδια και ζουζούνια. τι άλλο ήθελα;
ήμουν ολιγαρκής. μου έφτανε λίγη ζέστη, μια σταγόνα νερό και καμιά μύγα που ξεχνιόταν πάνω στα φύλλα. έμενα ακίνητος και δεν με έβλεπαν. η κίνηση ήταν που ερέθιζε το μάτι τους. όταν αισθανόμουν ένταση, χωνόμουν βαθύτερα στο σάπιο ξύλο και περίμενα.
πάντα κάτι περνάει, αν ξέρεις να περιμένεις.
η γλάστρα ήταν όλο το θιάκι μου κι η ανάσα του σπιτιού η ησυχία μου. τ’ άλλα περίσσευαν.
μα είχα και θέα. έβλεπα μακριά, δεν παρακοίταα όμως. απέναντι ήταν ο αστακός και τα νησάκια: η δραγκωνάρα, ο άτοκος, το προβάτι, η μάκρη, η οξυιά, ο βρομόνας. τα έβλεπα να κάθονται μέσα στη θάλασσα και νόμιζα πως κι εκείνα σαν κι εμένα έμεναν ακίνητα για να μην τα προσέξει κανείς.
είχα πάει μια φορά μ’ ένα καΐκι. όχι γιατί το θέλησα. ήμουνα κρυμμένος μέσα σ’ ένα σακούλι και, ώσπου να καταλάβω τι έγινε, το παράθυρό μου είχε χαθεί.
η θάλασσα ανεβοκατέβαινε, ο ουρανός πήγαινε δεξιά κι αριστερά κι εγώ έκανα εμετό μέσα στο σακούλι. τότε κατάλαβα πως άλλο είναι να κοιτάζεις τον κόσμο κι άλλο να σε παίρνει μαζί του.
πήγα και σ’ ένα πανηγύρι. σκούζανε τα καλάμια και οι άνθρωποι σαλτάρανε, χτυπούσαν τα πόδια τους στη γη και γύριζαν ο ένας γύρω από τον άλλον. χορό το λέγανε. εγώ δεν κατάλαβα γιατί έκαναν τόσο θόρυβο για να χαρούν.
ξαναγύρισα στο παράθυρό μου.
καλύτερα εδώ, είπα, με τις μύγες.
τον χειμώνα το κρύο μ’ έτσουζε. τραβιόμουν βαθύτερα στο κούφωμα και άκουγα τον αέρα να περνά από τις χαραμάδες. το καλοκαίρι έβγαινα πάλι κοντά στη γλάστρα. οι άνθρωποι έρχονταν και έφευγαν, μιλούσαν για όσα είχαν και στενοχωριούνταν για όσα τους έλειπαν.
εγώ δεν ανησυχούσα.
είχα το σάπιο ξύλο για σπίτι, τη γλάστρα για θιάκι και το παράθυρο για κόσμο. είχα μάθει πως η ζωή δεν μεγαλώνει μ’ αυτά που μαζεύεις. μεγαλώνει μ’ αυτά που σου φτάνουν.
πέρασε ο καιρός. η γλάστρα άλλαξε, τα λουλούδια άλλαξαν, οι άνθρωποι άλλαξαν. το κούφωμα σάπισε περισσότερο. μπορεί ν’ άλλαξα κι εγώ, ποιος ξέρει.
κάπου κάπου, όμως, βγαίνω από τη χαραμάδα και κοιτάω μακριά.
δεν παρακοιτάω. όσο χρειάζεται μόνο.
βλέπω τον αστακό, τα μικρά νησιά και τη θάλασσα που πηγαίνει παντού, μα πάντα επιστρέφει. τότε ανοίγει λίγο η καρδιά μου και σκέφτομαι πως μπορεί να έμεινα μια ζωή στο ίδιο παράθυρο, αλλά ο κόσμος πέρασε ολόκληρος από μπροστά μου.
ήρτα, έφαα, είδα, έφυα.
τι άλλο;
Ο Μήτσος έζησε ολόκληρη τη ζωή του σ’ ένα παράθυρο: από εκεί έμπαιναν το φως, η θάλασσα, τα ζουζούνια και ο κόσμος. Κι εμείς ανοίγουμε το παράθυρο για να μπει μέσα κάτι από εκείνα που, μέσα στην καθημερινή ανησυχία μας, ξεχάσαμε: λίγος αέρας, λίγη θάλασσα και η αίσθηση πως τα λίγα μπορούν ακόμη να μας φτάνουν. δδμανιάς


