«Δεν είναι αυτή η παράταξη. Αυτό είναι το κόμμα Μητσοτάκη» — η βαριά κατηγορία του πρώην πρωθυπουργού και το ερώτημα που πλέον αφορά ολόκληρη τη Νέα Δημοκρατία
Η χθεσινή σύγκρουση Μητσοτάκη–Σαμαρά στη ΔΕΘ δεν ήταν ένας ακόμη προσωπικός καβγάς δύο πολιτικών που κάποτε συμπορεύτηκαν.
Ήταν κάτι βαθύτερο.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατηγόρησε τον Αντώνη Σαμαρά ότι διαθέτει «τεχνογνωσία» στο να κάνει κακό στην παράταξη και του συνέστησε να σκεφτεί την υστεροφημία του.
Και ο Σαμαράς απάντησε χωρίς περιστροφές:
«Δεν είναι αυτή η παράταξη κύριε Μητσοτάκη. Αυτό είναι το κόμμα Μητσοτάκη».
Αυτή ίσως είναι η σημαντικότερη φράση όλης της αντιπαράθεσης.
Γιατί ο Σαμαράς δεν κατηγορεί απλώς έναν πρωθυπουργό για λανθασμένες επιλογές. Αμφισβητεί ευθέως ότι η σημερινή Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να είναι η παράταξη που γνώρισαν και ψήφισαν επί δεκαετίες εκατομμύρια συντηρητικοί πολίτες.
Και το κατηγορητήριό του είναι βαρύ.
Μιλά για ακρίβεια, διαφθορά, αλαζονεία, απευθείας αναθέσεις, φτωχοποίηση της επαρχίας, εξάντληση της μεσαίας τάξης, αγρότες, κτηνοτρόφους και αλιείς που δυσκολεύονται να επιβιώσουν. Αναφέρεται στον ΟΠΕΚΕΠΕ, στα Τέμπη και στις υποκλοπές.
Θα μπορούσε κανείς να πει: αυτά τα λέει ο Σαμαράς επειδή βρίσκεται πλέον σε ανοιχτή σύγκρουση με τον Μητσοτάκη.
Σωστά.
Ας αφήσουμε λοιπόν για λίγο τον Σαμαρά και ας κοιτάξουμε την πραγματικότητα.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται πολύ χαμηλά στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς το κατά κεφαλήν εισόδημα και την αγοραστική δύναμη. Και μόλις χθες γράφαμε για ένα ακόμη πιο οδυνηρό στοιχείο: το 2024 η Ελλάδα είχε το υψηλότερο ποσοστό παιδικής υλικής στέρησης στην ΕΕ, 33,6%.
Ένα στα τρία παιδιά.
Δεν είναι πολιτικό σύνθημα. Είναι ευρωπαϊκή στατιστική.
Την ίδια στιγμή, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν αποτελεί εφεύρημα της αντιπολίτευσης. Οι έρευνες για παράνομες ευρωπαϊκές αγροτικές επιδοτήσεις έχουν προκαλέσει πολιτικές αναταράξεις, ενώ τον Μάιο συνελήφθησαν στην Κρήτη 20 άτομα για υπόθεση δικτύου που φέρεται να εξαπάτησε την ΕΕ για περισσότερα από 3 εκατομμύρια ευρώ.
Ούτε οι υποκλοπές μπορούν να διαγραφούν από την πολιτική ιστορία αυτής της περιόδου. Τον Φεβρουάριο του 2026 ελληνικό δικαστήριο καταδίκασε τέσσερα πρόσωπα που συνδέονταν με την υπόθεση Predator για παραβίαση προσωπικών δεδομένων. Η κυβέρνηση έχει αρνηθεί εμπλοκή, ενώ η έρευνα για την ΕΥΠ είχε τεθεί στο αρχείο. Αυτή η διάκριση πρέπει να γίνεται, αλλά η υπόθεση παραμένει ένα από τα σοβαρότερα θεσμικά τραύματα των τελευταίων χρόνων.
Επομένως δεν χρειάζεται να συμφωνήσει κανείς πολιτικά με τον Αντώνη Σαμαρά για να αναρωτηθεί:
μήπως πίσω από τον προσωπικό του θυμό υπάρχει ένα πραγματικό πολιτικό ζήτημα;
Η Νέα Δημοκρατία είναι ένα κόμμα με ιστορία μισού αιώνα. Δεν δημιουργήθηκε από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και δεν τελειώνει μαζί του.
Κι όμως σήμερα η κριτική προς τον πρωθυπουργό παρουσιάζεται συχνά περίπου σαν κριτική προς ολόκληρη την παράταξη.
Εδώ ακριβώς χτυπά ο Σαμαράς.
Λέει ουσιαστικά στους παραδοσιακούς ψηφοφόρους της ΝΔ: άλλο Νέα Δημοκρατία και άλλο Μητσοτάκης.
Αυτό είναι πολιτικά πολύ πιο επικίνδυνο για τον πρωθυπουργό από μια ακόμη επίθεση της αντιπολίτευσης.
Γιατί προέρχεται από έναν άνθρωπο που υπήρξε πρόεδρος της ΝΔ και πρωθυπουργός της χώρας και ο οποίος τώρα αμφισβητεί όχι απλώς την πολιτική του Μητσοτάκη αλλά το δικαίωμά του να ταυτίζει τον εαυτό του με ολόκληρη την παράταξη.
Βεβαίως υπάρχει και η άλλη πλευρά.
Η κυβέρνηση επικαλείται ανάπτυξη, αύξηση μισθών, μείωση της ανεργίας, φορολογικές ελαφρύνσεις και τα νέα μέτρα της ΔΕΘ. Ο ίδιος ο Μητσοτάκης δηλώνει ότι θέλει να κριθεί στις εκλογές του 2027 και θέτει ξανά ως στόχο την αυτοδυναμία.
Αυτά επίσης πρέπει να μπουν στη ζυγαριά.
Όμως στο τέλος η πολιτική δεν κρίνεται μόνο από τους μακροοικονομικούς δείκτες.
Κρίνεται στο σούπερ μάρκετ. Στον λογαριασμό του ρεύματος. Στο ενοίκιο. Στον μισθό που τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας. Στον αγρότη που εγκαταλείπει. Στον νέο που φεύγει. Στην οικογένεια που σκέφτεται αν μπορεί να κάνει δεύτερο παιδί.
Και κρίνεται επίσης στην εμπιστοσύνη του πολίτη προς τους θεσμούς.
Γι’ αυτό η φράση του Σαμαρά αξίζει να συζητηθεί πέρα από την προσωπική τους αντιπαλότητα:
«Δεν είναι αυτή η παράταξη. Αυτό είναι το κόμμα Μητσοτάκη».
Εμείς θα το λέγαμε με μία λέξη:
Μητσοτακισμός.
Το πραγματικό ερώτημα όμως δεν είναι πώς θα τον ονομάσουμε.
Είναι αν η φτώχεια, η ακρίβεια, οι ανισότητες και οι υποθέσεις που τραυματίζουν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς είναι το τίμημα που θέλει να συνεχίσει να πληρώνει η ελληνική κοινωνία.
Και αυτό δεν θα το απαντήσει ούτε ο Σαμαράς ούτε ο Μητσοτάκης.
Θα το απαντήσει ο ελληνικός λαός.
«“Να κάμω θέλω ταραχή”… Κι όταν η σιωπή βολεύει την εξουσία, καμιά φορά η ταραχή γίνεται ανάγκη.»


