στη νότια αμερική της φτώχειας, η μουσική, ο χορός και ο έρωτας κρατούσαν τις κοινωνίες ζωντανές
Έζησα αρκετά χρόνια στη Νότια Αμερική, κυρίως τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 και λιγότερο τη δεκαετία του ’80.
Ήταν χρόνια μεγάλης φτώχειας. Οι άνθρωποι είχαν λίγα, πολλές φορές σχεδόν τίποτα. Οι κοινωνίες τους, όμως, ήταν δυνατές, δεμένες και συμπαγείς. Η οικογένεια, η γειτονιά, η μουσική και η ανθρώπινη επαφή είχαν ακόμη μια δύναμη που σήμερα δύσκολα συναντάς.
Στο Εσμεράλδας του Ισημερινού ένας πράκτορας του πλοίου μού είχε πει κάποτε μια σκληρή αλλά χαρακτηριστική φράση:
«Οι γυναίκες μας, πριν τις ακουμπήσεις, γεννοβολάνε. Είναι η δύναμή μας. Το πάθος του έρωτα και τα τραγούδια μας είναι η ζωή μας. Εσείς, οι κατ’ επίφαση προοδευμένοι, δεν γεννάτε».
Τα λόγια του είχαν μέσα τους υπερβολή, ανδρική έπαρση και τη νοοτροπία μιας άλλης εποχής. Έκρυβαν, όμως, και μια αλήθεια: εκείνες οι κοινωνίες, παρ’ όλη τη φτώχεια τους, διέθεταν μια ακατανίκητη επιθυμία να συνεχίσουν να ζουν.
Οι νέες γυναίκες ήθελαν ό,τι θέλει κάθε άνθρωπος: μια αξιοπρεπή ζωή, ασφάλεια, αγάπη και ελευθερία. Η φτώχεια, όμως, τις ανάγκαζε συχνά να συμβιβάζονται.
Πολλές είχαν έναν μεγαλύτερο άνδρα, τον «νίνιο» όπως τον αποκαλούσαν τότε, που τους έδινε χρήματα και λειτουργούσε ως μόνιμος εραστής και προστάτης. Παράλληλα είχαν τον άνθρωπο που πραγματικά αγαπούσαν, έναν νέο πολλές φορές φτωχότερο από τις ίδιες, τον οποίο όχι μόνο αγαπούσαν αλλά συχνά και συντηρούσαν.
Δεν ήταν ελευθερία αυτό. Ήταν ένας τρόπος επιβίωσης μέσα σε έναν κόσμο που άφηνε ελάχιστες επιλογές στις γυναίκες.
Κι εμείς οι ναυτικοί φτάναμε από μακριά, κουρασμένοι και διψασμένοι για ανθρώπινη ζεστασιά. Κουβαλούσαμε μοναξιά, νοσταλγία και υποσχέσεις. Πολλά λόγια. Λόγια που γεννιούνταν εύκολα μέσα στη νύχτα και έσβηναν όταν το καράβι έλυνε τους κάβους.
Εκείνες, όμως, όταν ήταν μαζί μας, προσπαθούσαν να ξεχάσουν τα πάντα. Τη φτώχεια, τις δυσκολίες, τους φίλους, ακόμη και το αύριο. Μας μιλούσαν γλυκά, μας σέβονταν και προσπαθούσαν να μας δώσουν λίγη χαρά και τη ζεστασιά που χρειαζόμασταν τόσο πολύ μακριά από τον τόπο μας.
Δεν ξέρω αν πίστευαν πάντα τις υποσχέσεις μας. Ίσως να ήξεραν καλύτερα από εμάς ότι η νύχτα θα τελείωνε και το πλοίο θα έφευγε. Για λίγες ώρες, όμως, η καρδιά νικούσε την πραγματικότητα.
η μουσική ήταν η ψυχή τους
Στο Εσμεράλδας η μουσική δεν ήταν διακόσμηση ούτε απλή διασκέδαση. Ήταν τρόπος ζωής, μνήμη και δεσμός της κοινότητας.
Η μαρίμπα, τα τύμπανα, οι μαράκες και τα παραδοσιακά τραγούδια ένωναν τον ήχο του ποταμού, της θάλασσας και της ζούγκλας με τις αφρικανικές ρίζες των κατοίκων. Άνδρες και γυναίκες τραγουδούσαν και χόρευαν στις γιορτές, στις θρησκευτικές τελετές, στις χαρές αλλά και στους αποχαιρετισμούς.
Η μουσική της μαρίμπας και οι παραδοσιακοί χοροί της επαρχίας Εσμεράλδας έχουν αναγνωριστεί από την UNESCO ως άυλη πολιτιστική κληρονομιά της ανθρωπότητας.
Εκεί ο χορός δεν ήταν επίδειξη. Το σώμα μιλούσε, πλησίαζε, απομακρυνόταν, προκαλούσε και απαντούσε. Ο έρωτας περνούσε μέσα από τον ρυθμό πριν ειπωθεί οποιαδήποτε λέξη.
Η μουσική ήταν η ψυχή τους επειδή μέσα της χωρούσαν τα πάντα: η σκλαβιά των προγόνων, η φτώχεια του παρόντος, η κοινότητα, η αντίσταση, ο πόθος και η ελπίδα για μια καλύτερη ζωή.
όσα έμειναν όταν έφυγε το καράβι
Πέρασαν δεκαετίες από τότε. Τα λιμάνια άλλαξαν, οι κοινωνίες άλλαξαν και οι άνθρωποι σκορπίστηκαν. Εκείνες οι νύχτες, όμως, άφησαν μέσα μου μια αλήθεια που δεν ξεχάστηκε.
Η φτώχεια δεν είναι όμορφη. Πληγώνει, ταπεινώνει και αναγκάζει τον άνθρωπο να συμβιβάζεται. Δεν πρέπει να την εξιδανικεύουμε επειδή μέσα της συναντήσαμε ανθρώπους ζεστούς και γενναιόδωρους.
Όμως ούτε η οικονομική πρόοδος αρκεί από μόνη της για να κάνει μια κοινωνία ζωντανή.
Εμείς οι «προοδευμένοι» αποκτήσαμε περισσότερα πράγματα, μεγαλύτερα σπίτια και περισσότερες ανέσεις. Στην πορεία, όμως, απομακρυνθήκαμε ο ένας από τον άλλον. Φοβηθήκαμε τον έρωτα, περιορίσαμε τις γεννήσεις, κλειστήκαμε στον εαυτό μας και αφήσαμε τη μοναξιά να μπει στις ζωές μας.
Εκείνοι μπορεί να είχαν λιγότερα, αλλά ήξεραν ακόμη να τραγουδούν μαζί, να χορεύουν μαζί, να ερωτεύονται και να κρατούν ο ένας τον άλλον όρθιο.
Αυτό θυμίζει και το μπολερό. Δεν χρειάζεται να καταλαβαίνεις όλες τις λέξεις. Αρκεί ο ρυθμός, μια φωνή και μια μελωδία που έρχεται από μακριά για να ξυπνήσουν όσα νόμιζες ότι είχες ξεχάσει.
Γιατί η καρδιά δεν μετρά τον χρόνο με χρόνια. Τον μετρά με τα λιμάνια, τα τραγούδια, τους ανθρώπους και τις στιγμές που την έκαναν να χτυπήσει πιο δυνατά.
Και η φωτιά της, ακόμη κι όταν περάσουν τα χρόνια, δεν σβήνει εύκολα. Μένει κάρβουνο αναμμένο κάτω από τη στάχτη.
Ένα τραγούδι αρκεί για να φυσήξει επάνω της.
Και τότε ξαναφουντώνει.
— δδμανιάς
Ένα μπολερό που δεν ακούγεται μόνο· σε γυρίζει σε παλιά λιμάνια, ξεχασμένα πρόσωπα και νύχτες όπου η φτώχεια υποχωρούσε για λίγο μπροστά στη φωτιά της καρδιάς.


