ο μήνας έχει τριάντα μέρες — για χιλιάδες νοικοκυριά όμως το εισόδημα τελειώνει πολύ νωρίτερα. και μετά;
Κάθε τόσο ακούμε για ανάπτυξη, επενδύσεις, αύξηση μισθών και βελτίωση της οικονομίας. Και μαζί έρχονται οι δημοσκοπήσεις: τόσο η Νέα Δημοκρατία, τόσο ο Τσίπρας, τόσο οι υπόλοιποι.
Υπάρχει όμως μια ερώτηση πολύ πιο απλή:
Πώς ζει ο Έλληνας όταν τελειώσει ο μισθός ή η σύνταξη και απομένουν ακόμη δέκα ή δεκαπέντε μέρες μέχρι να τελειώσει ο μήνας;
Και μετά τι κάνει;
Η ετήσια έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το 2025 είναι αποκαλυπτική: στο 62,1% των νοικοκυριών το μηνιαίο εισόδημα δεν επαρκεί μέχρι το τέλος του μήνα. Σε αυτά τα νοικοκυριά τα χρήματα φτάνουν κατά μέσο όρο μόλις για 18 ημέρες. Το 54% αναγκάζεται να κάνει περικοπές ακόμη και για να καλύψει βασικές ανάγκες, ενώ το 12,1% δηλώνει ότι το εισόδημα δεν επαρκεί ούτε για τα απολύτως αναγκαία.
Και μετά;
Πώς τρώει μια οικογένεια τις υπόλοιπες δώδεκα μέρες;
Πώς πληρώνει το ρεύμα, το τηλέφωνο, τη βενζίνη; Τι γίνεται αν χρειαστεί γιατρός, φάρμακα ή παρουσιαστεί μια ζημιά στο σπίτι;
Η απάντηση τη γνωρίζουμε από τη ζωή γύρω μας.
Κόβει από παντού. Αφήνει έναν λογαριασμό για τον επόμενο μήνα. Χρησιμοποιεί την πιστωτική κάρτα. Δανείζεται από τα παιδιά ή τους γονείς. Τρώει από τις μικρές οικονομίες που μπορεί να είχαν απομείνει.
Και τον επόμενο μήνα ξεκινά πάλι από την αρχή.
Φτωχοί μέσα στην Ευρώπη
Η Ελλάδα μπορεί να παρουσιάζει ανάπτυξη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ανάπτυξη έφτασε με τον ίδιο τρόπο στην τσέπη του ανθρώπου.
Η Eurostat υπολόγισε τον μέσο ετήσιο προσαρμοσμένο μισθό πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα στα 18.000 ευρώ, όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν 39.800 ευρώ. Μόνο η Βουλγαρία βρισκόταν χαμηλότερα.
Και στα προκαταρκτικά στοιχεία του 2025, η Ελλάδα μαζί με τη Βουλγαρία βρέθηκαν στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ με όρους αγοραστικής δύναμης.
Αυτή είναι η πραγματικότητα πίσω από τους πανηγυρισμούς των οικονομικών δεικτών.
Δεν έχει σημασία μόνο πόσο αυξήθηκε ο μισθός. Σημασία έχει τι μπορείς να αγοράσεις με αυτόν.
Οι συνταξιούχοι δεν ξεχνούν
Υπάρχει και μια ολόκληρη γενιά που πέρασε τις μεγάλες περικοπές των μνημονιακών χρόνων.
Άνθρωποι που θυμούνται τι σύνταξη έπαιρναν, πόσο μειώθηκε και τι μπορούσαν τότε να αγοράσουν με τα χρήματά τους.
Οι αυξήσεις που δόθηκαν αργότερα δεν σημαίνουν ότι επέστρεψαν συνολικά όσα χάθηκαν. Και στο μεταξύ η ακρίβεια έκανε τα σημερινά ευρώ να αγοράζουν λιγότερα.
Ο συνταξιούχος λοιπόν δεν χρειάζεται οικονομολόγο για να του εξηγήσει αν έγινε πλουσιότερος ή φτωχότερος.
Ανοίγει το πορτοφόλι του και το ξέρει.
Και πάνω απ’ όλα, το σπίτι
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, υπάρχει και ο φόβος του χρέους.
Δάνεια πέρασαν από τις τράπεζες σε funds και servicers. Η απόφαση 1/2023 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου αναγνώρισε στους servicers τη νομιμοποίηση να προχωρούν σε δικαστικές ενέργειες για την είσπραξη των απαιτήσεων που διαχειρίζονται, ακόμη και όταν αυτές έχουν μεταβιβαστεί μέσω τιτλοποίησης.
Για τον άνθρωπο που κινδυνεύει να χάσει την περιουσία του, οι νομικές λεπτομέρειες έχουν μικρή σημασία.
Αυτό που καταλαβαίνει είναι:
«Χρωστάω και φοβάμαι για το σπίτι μου.»
Και από την άλλη υπάρχουν οι φόροι, οι ασφαλιστικές υποχρεώσεις, το κόστος ζωής και τα καθημερινά έξοδα που δεν περιμένουν.
Αυτή είναι η πραγματική δημοσκόπηση
Και κάπου εδώ ξαναγυρίζουμε στις πολιτικές δημοσκοπήσεις.
Δεν χρειάζεται ούτε να τις πιστεύουμε τυφλά ούτε να ισχυριστούμε χωρίς αποδείξεις ότι όλες είναι ψεύτικες.
Υπάρχει μια πολύ καλύτερη δημοσκόπηση.
Ρώτα τον εργαζόμενο στις 20 του μήνα τι του έχει μείνει.
Ρώτα τον συνταξιούχο αν του φτάνει η σύνταξη.
Ρώτα το νέο ζευγάρι αν μπορεί να πληρώσει ένα ενοίκιο και να κάνει οικογένεια.
Ρώτα τον μικρομεσαίο αν αντέχει τις υποχρεώσεις του.
Ρώτα εκείνον που χρωστάει αν κοιμάται ήσυχος το βράδυ.
Και μετά ρώτα τον αν είναι ευχαριστημένος από τη ζωή του.
Εκεί θα κριθούν και Μητσοτάκης και Τσίπρας
Η κοινωνική φθορά της κυβέρνησης είναι υπαρκτή. Αλλά αυτό από μόνο του δεν αρκεί για τον Αλέξη Τσίπρα.
Το δικό του στοίχημα είναι αν μπορεί να πείσει αυτούς ακριβώς τους ανθρώπους ότι υπάρχει άλλος δρόμος.
Όχι με μεγάλα λόγια.
Με απαντήσεις για τον μισθό, τη σύνταξη, την κατοικία, τους φόρους, την ακρίβεια και την αξιοπρεπή ζωή.
Γιατί ο άνθρωπος που δεν έχει χρήματα στις 20 του μήνα δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το αν κάποιο κόμμα ανέβηκε μισή μονάδα σε μια δημοσκόπηση.
Θέλει να ξέρει πώς θα ζήσει τις υπόλοιπες δέκα μέρες.
Και ίσως αυτή να είναι σήμερα η μεγαλύτερη πολιτική ερώτηση στην Ελλάδα:
Όταν τελειώσουν τα χρήματα, πώς ζει ο Έλληνας μέχρι να ξαναπληρωθεί;
Αν απαντήσουμε σε αυτό, θα έχουμε καταλάβει πολύ περισσότερα για την πραγματική κατάσταση της χώρας απ’ όσα μπορούν να μας πουν δέκα δημοσκοπήσεις μαζί.
Γιατί η πραγματική δημοσκόπηση γίνεται κάθε μέρα στην τσέπη του λαού.
— δδμανιάς
«Στη χώρα των αθώων πάντα κάποιος άλλος φταίει. Μόνο που στο τέλος τον λογαριασμό τον πληρώνουν πάντα οι ίδιοι — αυτοί που μετρούν τις μέρες μέχρι να ξαναμπεί ο μισθός ή η σύνταξη.»


