Δεν διάλεξα να γεννηθώ. Δεν διάλεξα τον χρόνο, τον τόπο, τους γονείς ούτε τους ανθρώπους που θα συναντούσα στον δρόμο μου.
Κάπου μέσα στην απεραντοσύνη του χρόνου, δύο ζωές συναντήθηκαν. Από εκατομμύρια πιθανότητες, μία μόνο άνοιξε τον δρόμο και βρέθηκα κι εγώ εδώ.
Είμαι παιδί μιας ευνοϊκής σύμπτωσης που μου χάρισε τη ζωή.
Ύστερα ήρθαν όλα τα άλλα. Οι άνθρωποι που με μεγάλωσαν, οι φτωχογειτονιές, οι φίλοι, οι αγάπες, τα καράβια, οι θάλασσες και οι ξενιτιές. Οι χαρές που δεν περίμενα και οι λύπες που δεν μπόρεσα να αποφύγω.
Είχα κι εγώ μια αγάπη κάποτε. Ίσως περισσότερες από μία, γιατί αγάπη δεν είναι μόνο ένας άνθρωπος. Είναι ένας τόπος, ένα σπίτι, μια μάνα, μια γυναίκα, ένα παιδί, ένας φίλος, ένα καράβι που χάνεται στον ορίζοντα. Είναι ακόμη κι ένας σκύλος που έφυγε, αλλά εξακολουθεί να περιφέρεται μέσα στη μνήμη.
Όσο περνούν τα χρόνια, καταλαβαίνω πως τίποτε δεν μας ανήκει για πάντα. Ούτε οι άνθρωποι ούτε τα πράγματα ούτε οι στιγμές. Μας δίνονται για λίγο, σαν δώρα της τύχης, και ύστερα γίνονται αναμνήσεις.
Κι όμως, αυτό το λίγο είναι αρκετό.
Αρκεί που είδα τον ήλιο να σηκώνεται μέσα από τη θάλασσα. Αρκεί που αγάπησα και αγαπήθηκα. Που δούλεψα, ταξίδεψα, πάλεψα, έκανα λάθη και ξανασηκώθηκα. Που γύρισα στο Θιάκι και μπορώ ακόμη να κοιτάζω το πέλαγος.
Δεν ξέρω αν όλα ήταν γραφτά ή αν η ζωή είναι μια αλυσίδα τυχαίων συναντήσεων. Ξέρω μόνο ότι η τύχη μού φέρθηκε ευνοϊκά στο πιο σημαντικό απ’ όλα:
μου επέτρεψε να γεννηθώ.
Και από τη στιγμή που μας χαρίζεται αυτή η μία, απίθανη ευκαιρία, έχουμε ένα χρέος: να μη ζήσουμε σαν να μας οφείλεται. Να αγαπήσουμε τους ανθρώπους μας, να υπερασπιστούμε όσα θεωρούμε δίκαια και να αφήσουμε πίσω μας λίγη καλοσύνη.
Γιατί μπορεί η ζωή να ξεκινά από μια σύμπτωση, αλλά όσα κάνουμε μέσα της είναι δική μας ευθύνη.
Μια νύχτα στο κατάστρωμα,
με τη θάλασσα σκοτεινή
και τ’ αστέρια καρφωμένα
πάνω απ’ τα κεφάλια μας,
ένας λοστρόμος μού είπε:
— Μη με κοιτάς στα μάτια.
Αυτό που έχω μέσα μου
είναι δικό μου.
Τον κοίταξα χωρίς να μιλήσω.
Τα μάτια του ήταν δυο κλειστά αμπάρια,
γεμάτα ταξίδια,
πίκρες και λιμάνια
που δεν τα έγραφε κανένας χάρτης.
— Όχι, του είπα.
Μην το κρατάς φυλακισμένο.
Άσ’ το ελεύθερο.
Ό,τι μένει χρόνια μέσα μας
γίνεται πέτρα
και μας τραβά στον βυθό.
Άσ’ το να βγει,
σαν τον αέρα από τα πανιά,
σαν το καράβι που λύνει κάβους,
σαν το κύμα που βρίσκει την ακτή
και ξαλαφρώνει.
Γιατί τα μάτια δεν είναι πόρτες
για να τις κρατάμε κλειστές.
Είναι δυο μικρά παράθυρα
απ’ όπου η ψυχή
ζητά να δει τον κόσμο
και να τη δει κι εκείνος.
— Άσ’ το ελεύθερο, λοστρόμε.
Η θάλασσα είναι μεγάλη.
Θα το πάρει,
θα το ταξιδέψει
και κάποτε θα σου το γυρίσει
λιγότερο βαρύ.
— δδμανιάς
Οι αγάπες, οι θάλασσες και οι άνθρωποι που συναντήσαμε έγιναν η ζωή μας. Άλλα χάθηκαν στον χρόνο κι άλλα έμειναν βαθιά μέσα μας — δικά μας και συγχρόνως ελεύθερα.

