Είδα ένα ντοκιμαντέρ για τους Λαούς της Θάλασσας και την κατάρρευση των μεγάλων πολιτισμών στο τέλος της Εποχής του Χαλκού.
Ποιοι ήταν; Από πού ήρθαν; Ήταν πράγματι αυτοί που γκρέμισαν έναν ολόκληρο κόσμο;
Η ιστορία δεν δίνει εύκολες απαντήσεις. Σήμερα γνωρίζουμε ότι εκείνη την εποχή συνέπεσαν πολλά: ξηρασία, πείνα, πόλεμοι, μετακινήσεις πληθυσμών, διάλυση εμπορικών δρόμων, εσωτερικές αναταραχές. Οι Λαοί της Θάλασσας ίσως δεν γκρέμισαν έναν υγιή κόσμο. Ίσως βρήκαν έναν κόσμο που είχε ήδη αρχίσει να ραγίζει.
Και έμεινα σ’ αυτή τη λέξη.
Ρωγμή.
Ύστερα, άσχετα φαινομενικά, άκουσα την «Τζαμάικα» του Μάνου Λοΐζου και του Λευτέρη Παπαδόπουλου.
Ο Μηνάς κι ο φίλος του είναι άνθρωποι του μόχθου. Όμως μέσα στην καθημερινότητά τους χωράει ένα μακρινό ταξίδι. Μια Τζαμάικα που ίσως δεν θα δουν ποτέ, αλλά τους αρκεί που υπάρχει κάπου στον ορίζοντα.
Και σκέφτηκα πως έτσι πορεύεται ο άνθρωπος από τότε που υπάρχει.
Με μια ανάγκη και μ’ ένα όνειρο.
Να ζήσει καλύτερα. Να αποκτήσει κάτι περισσότερο. Να ξεφύγει από αυτό που τον βαραίνει. Να φτάσει κάπου όπου πιστεύει ότι η ζωή θα είναι πιο όμορφη.
Ίσως χωρίς αυτή την επιθυμία να μην είχαμε προχωρήσει ποτέ.
Μόνο που κάπου στον δρόμο το «να ζήσω καλύτερα» μπορεί να γίνει «να έχω περισσότερα». Και το «να έχω περισσότερα» να γίνει «να έχω περισσότερα από εσένα».
Εκεί γεννιέται η πλεονεξία.
Και μαζί της μια παλιά, σχεδόν ζωώδης, ανάγκη ανωτερότητας: να είμαι εγώ ψηλότερα κι ας χρειάζεται κάποιος άλλος να βρίσκεται χαμηλότερα.
Αν κοιτάξει κανείς την Ιστορία από μακριά, θα δει αυτή τη σκιά να την ακολουθεί παντού.
Πίσω από αυτοκρατορίες και κατακτήσεις, πίσω από πολέμους, πλούτη και μεγάλες διακηρύξεις, βρίσκεται πολλές φορές μια πολύ απλή ανθρώπινη φράση:
«Θέλω κι άλλο.»
Γη, χρυσό, εξουσία, δύναμη, επιρροή.
Και το παράξενο είναι ότι η Ιστορία συχνά ονόμασε «μεγάλους» εκείνους που τα απέκτησαν, χωρίς να ρωτήσει πάντα πόσοι πλήρωσαν το τίμημα.
Ίσως λοιπόν το μεγαλύτερο ανθρώπινο πρόβλημα να μην είναι η πλεονεξία.
Να είναι η συνείδηση που σωπαίνει μπροστά της.
Γιατί ο άνθρωπος μπορεί να καταλάβει τον πόνο του άλλου. Κι όμως μπορεί να μάθει να περνά δίπλα του χωρίς να τον βλέπει.
Εκεί ο εργαζόμενος γίνεται κόστος, ο αδύναμος ευκαιρία, ο φτωχός αριθμός. Κι αν η εκμετάλλευση φέρει αρκετό χρήμα ή δύναμη, στο τέλος μπορεί ακόμη και να ονομαστεί επιτυχία.
Όμως η Ιστορία έχει και μια δεύτερη όψη.
Ο ίδιος άνθρωπος που άρπαξε, μοίρασε.
Ο ίδιος που πολέμησε, έσωσε.
Έφτιαξε νόμους για να συγκρατήσει τον ισχυρό, κοινότητες για να προστατεύσει τον αδύναμο, μουσική και ποίηση για πράγματα που δεν αγοράζονται.
Αγάπησε, συνεργάστηκε, θυσιάστηκε.
Ίσως λοιπόν όλη η ανθρώπινη πορεία να βρίσκεται ανάμεσα σε δύο μικρές φράσεις:
«Θέλω κι άλλο»
και
«Μου φτάνει — ας έχει και ο άλλος».
Και κάπου ανάμεσά τους βρίσκεται η δική μας Τζαμάικα.
Γιατί όλοι έχουμε μία.
Για άλλον είναι χρήματα, για άλλον ένα σπίτι, ένας έρωτας, ένα ταξίδι, λίγη αναγνώριση. Για κάποιον άλλον είναι απλώς η ελπίδα ότι τα παιδιά του θα ζήσουν καλύτερα από εκείνον.
Το όνειρο δεν είναι αδυναμία. Είναι ίσως ένα από τα ομορφότερα πράγματα που κουβαλά ο άνθρωπος.
Η αδυναμία αρχίζει όταν κάποιος ανακαλύψει τι ονειρευόμαστε και αποφασίσει να το χρησιμοποιήσει εναντίον μας.
Τότε δεν χρειάζεται πια να μας κατακτήσει.
Αρκεί να μας πουλήσει την Τζαμάικα.
Ίσως γι’ αυτό μείναμε ακόμη να ψάχνουμε, τρεις χιλιάδες χρόνια αργότερα, ποιοι ήταν οι Λαοί της Θάλασσας.
Γιατί πίσω από το μυστήριο εκείνης της κατάρρευσης κρύβεται ένα ερώτημα που δεν γέρασε ποτέ:
Οι πολιτισμοί καταρρέουν από εκείνους που έρχονται απ’ έξω ή από τις ρωγμές που έχουν ανοίξει από μέσα;
Δεν ξέρω.
Ξέρω μόνο πως αλλάξαμε καράβια, πόλεις, μηχανές και θεούς. Φτάσαμε μέχρι το φεγγάρι και κοιτάζουμε ακόμη μακρύτερα.
Κι όμως, μέσα μας ταξιδεύουν ακόμη ο φόβος, η πλεονεξία, η ανάγκη να ξεχωρίσουμε — αλλά και η αγάπη, η συνείδηση και το όνειρο.
Ίσως τελικά πολιτισμός να είναι η προσπάθεια να αποφασίσουμε ποια από αυτά θα πάρουν το τιμόνι.
Και η Τζαμάικα;
Ας υπάρχει πάντα στον ορίζοντα.
Αρκεί να μην αφήσουμε κανέναν να μας την πουλήσει.
— δδμανιάς
Το αστείο και η αλληγορία είναι ότι οι δύο αιώνιοι αντίπαλοι σταμάτησαν επιτέλους να πολεμούν επειδή βρήκαν την Τζαμάικα τους.


