
Της Μαρίας Τριαντοπούλου
Είναι γεγονός ότι στην παρούσα ιστορική στιγμή τα συναισθήματα του καθενός μας σχετικά με την Ευρωπαϊκή Ένωση και κατ’ επέκταση τις ευρωεκλογές χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη αμφιθυμία. Και είναι απόλυτα φυσικό αυτό δεδομένων των πολύπλοκων και δύσκολων σχέσεων της χώρας μας με τους ευρωπαίους συνεταίρους καθώς εκτός από εταίροι είναι και δανειστές και επίτροποι των οικονομικών και δημοσιονομικών πολιτικών μας. Αν προστεθεί σε αυτό και η αντίληψη ότι η κυβέρνηση έχει δώσει γην και ύδωρ στους ευρωπαίους δανειστές εφαρμόζοντας μνημονιακές πολιτικές λιτότητας καταστροφικές για την χώρα τότε καταλαβαίνει κανείς σαφώς την δικαιολογημένη πηγή της αμφιθυμίας.Γιατί ενώ οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πράγματι ότι οι Έλληνες κατά ένα μεγάλο ποσοστό συνεχίζουν να έχουν εμπιστοσύνη στην ΕΕ και να θέλουν η Ελλάδα να παραμείνει εντός της ευρωζώνης είναι λογικό να αναρωτιέται κανείς αν, δεδομένων των σημερινών συνθηκών, η θέληση αυτή πηγάζει κυρίως από φόβο για μια υποτιθέμενη προοπτική που θα ‘ναι μαύρη και άραχνη – που είναι κακό – ή από ελπίδα για αλλαγή πορείας και πολιτικών σε ευρωπαϊκό επίπεδο – που είναι καλό.
Η υπόθεση Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι καθόλου απλή. Αντίθετα μάλλον με το όραμα των ιδρυτών της ΕΟΚ, από την Συνθήκη της Ρώμης μέχρι σήμερα πολλά πράγματα έχουν αλλάξει ενώ συγχρόνως πολλές από τις «παιδικές ασθένειες» που εμπόδιζαν ή έθεταν προσκόμματα στην επίτευξη μιας δημοκρατικής και ισότιμης ένωσης Ευρωπαϊκών κρατών όχι μόνο δεν έχουν επιλυθεί ικανοποιητικά αλλά αντίθετα έχουν επιβαρυνθεί και από το γεγονός της διεύρυνσης αλλά και από τις φιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές ορισμένων κρατερών κρατών/μελών σε βάρος των ασθενέστερων, πολιτικές που εφαρμόστηκαν σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ένωση με τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα για τον ευρωπαϊκό νότο ή την Ιρλανδία κοκ. Συγχρόνως ορισμένες από τις θεμελιώδεις κοινές πολιτικές (με κυρίαρχο ίσως παράδειγμα της κοινή αγροτική πολιτική) ήταν πάντα, και παραμένουν ακόμα, άκρως προβληματικές ενώ δεν επιτεύχθηκε ποτέ πραγματική πολιτική ένωση με κοινούς στόχους ή κοινή αμυντική πολιτική (βλέπε πόλεμος στο Ιράκ).
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν έγινε ποτέ νομοθετικό όργανο της ΕΕ ούτε αυξήθηκαν οι αρμοδιότητές του, ούτε καν, αφού είχε περάσει προ πολλού η καθορισμένη ως αναγκαία «μεταβατική» περίοδος όπως αρχικά προβλεπόταν και παρότι είναι το μοναδικό από τα ευρωπαϊκά όργανα που εκλέγεται με άμεσες δημοκρατικές διαδικασίες. Όσο για την διοικητική μηχανή… παραμένει μια από τις πιο λαβυρινθώδεις και πολύπλοκες γραφειοκρατίες του κόσμου. Δημοκρατικό έλλειμμα λοιπόν με ανεξέλεγκτες αποφάσεις από μη εκλεγμένα ή επιτηρούμενα όργανα και μια κρίση οικονομική, κοινωνική και πολιτική σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Και ενώ τα εσωτερικά μας προβλήματα είναι τεράστια και ο πειρασμός να δώσουμε στις ευρωεκλογές δημοψηφισματικό χαρακτήρα είναι μεγάλος – και θα γίνει είτε το θέλουμε είτε όχι – είναι αναγκαίο και επιτακτικό οι εκλογές αυτές του Μαϊου να μην χάσουν τον ευρωπαϊκό τους χαρακτήρα ανεξαρτήτως από τα πολύ σημαντικά συμπεράσματα που θα μπορέσουν να αντληθούν από τα αποτελέσματα τους εντός των συνόρων. Η ΕΕ και η θέση της χώρας μέσα σε αυτήν δεν είναι μόνο ένα εσωτερικό θέμα. Είναι ένα
πανευρωπαϊκό θέμα και μόνο έτσι μπορεί και πρέπει να αντιμετωπισθεί. Η Ευρώπη πρέπει να αλλάξει για να επιβιώσει, για να μην είναι υποτελής στην γερμανική πολιτική και οικονομική «κυριαρχία», για να υπάρξουν βιώσιμες και μακροχρόνιες οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές θεσμικές αποφάσεις για πρόοδο, εκλογικευμένη και δίκαια ανάπτυξη και ισότιμη δημοκρατική συνεργασία. Και για να αλλάξει πρέπει να υπάρξει αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ακροδεξιά νεοφιλελεύθερη ευρωπαϊκή κατεύθυνση των τελευταίων χρόνων δεν συνάδει με το ευρωπαϊκό πνεύμα και είναι πολύ σημαντικό η Ευρώπη να στραφεί προς άλλες δημοκρατικότερες και δικαιότερες προοπτικές. Αλλιώς είναι σχεδόν σίγουρο ότι με τις παρούσες συνθήκες δεν θα μπορέσει να κρατηθεί ούτε όρθια ούτε ενωμένη – τουλάχιστον με τη σημερινή της μορφή.
