Χθες το βράδυ ξεκινήσαμε στις επτά για ψάρεμα.
Γυρίσαμε λίγο μετά τη μία.
Όμορφη η θάλασσα.
Ήρεμη.
Μα δεν είχε νύχτα κιάρα.
Οι παλιοί έλεγαν «κιάρα» τη νύχτα που ο ουρανός είναι καθαρός, το φεγγάρι λάμπει χωρίς πέπλα και η θάλασσα μοιάζει να φωτίζεται από μέσα.
Αυτές τις νύχτες αγαπώ.
Τις νύχτες που βλέπεις τον ορίζοντα να χάνεται μακριά, τα αστέρια να καθρεφτίζονται στο νερό και το φεγγάρι να κάνει τη θάλασσα να λάμπει σαν ασήμι.
Χθες όμως το φεγγάρι ήταν κιτρινωπό.
Η υγρασία είχε απλώσει ένα πέπλο στον αέρα και οι ακτίνες του σκορπούσαν μέσα στα αμέτρητα σταγονίδια.
Ήταν από εκείνες τις νύχτες που, χωρίς να ξέρεις γιατί, σου βαραίνουν την ψυχή.
Και τότε ο νους μου ταξίδεψε πολλά χρόνια πίσω.
Στον Ινδικό Ωκεανό.
Στο ταξίδι από το Cape Comorin προς τη Σοκότρα, την εποχή των μουσώνων.
Θυμάμαι έναν αέρα άρρωστο.
Υγρό.
Κολλούσε πάνω στο σώμα και δεν σ’ άφηνε να ανασάνεις.
Τα αραγμένα ιστιοπλοϊκά στις βαλάδες φαίνονταν σαν σκιές.
Ακόμη και η θάλασσα δεν ήταν κιάρα.
Είχε κι αυτή μια θαμπάδα, σαν να την είχε σκεπάσει ένα αόρατο πέπλο.
Τα φανάρια στον ινδικό τα έβλεπες μόνο όταν σχεδόν έπεφτες επάνω τους.
Κι όμως…
Όταν σήκωνες το παραγαδι, τα ψάρια που είχαν πιαστεί φαίνονταν από μακριά.
Πάλευαν να λυτρωθούν από το αγκίστρι, γύριζαν το ασημένιο κορμί τους και ασπρογυάλιζαν μέσα στο νερό.
Παράξενα παιχνίδια της θάλασσας…
Οι παλιοί ψαράδες δεν περίμεναν να δουν το ψάρι.
Το παραγάδι τούς μιλούσε.
Εμείς λέμε:
«Στο ντέσμα είναι τα ψάρια.»
Από το πρώτο τράβηγμα, από το χτύπημα που μεταφέρει η πετονιά στο χέρι, καταλαβαίνεις σχεδόν πάντα τι βρίσκεται στην άλλη άκρη.
Το κάθε ψάρι έχει τον χαρακτήρα του.
Το δικό του χτύπημα.
Το δικό του πείσμα.
Ο ροφός είναι θαλαμιάρικο ψάρι.
Άγριος κυνηγός.
Μόλις νιώσει το αγκίστρι, δεν φεύγει στα ανοιχτά.
Βάζει όλη του τη δύναμη να γυρίσει στη θαλάμη του, να χωθεί στην τρύπα του και ντέζει το παραγάδι στα βράχια.
Αν προλάβει, δύσκολα τον ξεκολλάς.
Η σμέρνα είναι άλλο βάσανο.
Πριν ακόμη τη δεις, την καταλαβαίνεις.
Μπλέκει το παραγάδι.
Το κάνει κουβάρι.
Και μετά είναι το στόμα της.
Ένα δυνατό σαγόνι που ό,τι δαγκώσει δύσκολα το αφήνει.
Θέλει προσοχή και σεβασμό.
Ο δρόγκος σε παιδεύει αλλιώς.
Η γλίτσα του είναι τόσο συχαμερή που γλιστράει συνέχεια από τα χέρια και δεν μπορείς εύκολα να τον ξεγκιστρώσεις.
Όλα αυτά δεν τα μαθαίνεις από βιβλία.
Τα μαθαίνεις από τη θάλασσα.
Υπάρχει όμως μια στιγμή που πάντα με συγκινούσε.
Ανεβάζεις έναν μεγάλο ροφό ή μια σφυρίδα από τα βαθιά.
Ξαφνικά…
Το παραγάδι ελαφρώνει.
Για μια στιγμή λες μέσα σου:
«Τον έχασα…»
Κι όμως όχι.
Το ψάρι έβγαλε φούσκα.
Η αλλαγή της πίεσης φούσκωσε τη νηκτική του κύστη και τώρα ανεβαίνει μόνο του προς τον αφρό.
Από μακριά βλέπεις την άσπρη κοιλιά του να γυαλίζει και χαμογελάς.
Ξέρεις πως ακόμη είναι εκεί.
Οι ώρες περνούν χωρίς να το καταλάβεις.
Η θάλασσα έχει τον δικό της χρόνο.
Κι όταν, λίγο μετά τη μία, δέσαμε στο λιμάνι, θυμήθηκα μια κουβέντα που άκουγα παιδί από τους παλιούς ψαράδες.
«Άντε… το ματώσαμε και σήμερα!»
Έτσι έλεγαν.
Τα ψάρια συνέχιζαν να σπαρταρούν μέσα στη βάρκα.
Το αίμα έτρεχε από τα βράγχια, ανακατευόταν με το θαλασσινό νερό και κοκκίνιζε τα σανίδια.
Κάποιος πήγαινε να πάρει το λάστιχο.
Κι αμέσως ακουγόταν η φωνή:
«Μην την πλύνεις… άστη έτσι.»
Δεν ήταν καμάρι.
Δεν ήταν επίδειξη.
Ήταν ο σεβασμός στον κόπο.
Η απόδειξη πως η θάλασσα εκείνο το βράδυ είχε δώσει το μεροκάματο.
Όπως ο γεωργός γυρίζει με χώμα στα χέρια.
Όπως ο οικοδόμος με ασβέστη στα ρούχα.
Έτσι κι ο ψαράς.
Η βάρκα δεν ήταν λερωμένη.
Ήταν δουλεμένη.
Σήμερα υπάρχουν GPS, βυθόμετρα, ηλεκτρικοί εργάτες και μηχανήματα που δείχνουν σχεδόν τα πάντα.
Εκείνο όμως που κανένα μηχάνημα δεν θα μάθει ποτέ είναι να ακούει το παραγάδι.
Να ξεχωρίζει τον ροφό από το ντέσμα.
Να καταλαβαίνει πότε η σμέρνα θα κάνει το παραγάδι κουβάρι.
Να αγριεύει όταν καταλάβει πως στην άλλη άκρη είναι δρόγκος.
Να χαμογελά όταν το παραγάδι ξαφνικά ελαφρώνει, γιατί ξέρει πως το ψάρι «έβγαλε φούσκα».
Η θάλασσα με έμαθε να προσανατολίζομαι ακόμη και μέσα στη θολούρα.
Δεν με φοβίζει η ομίχλη.
Ούτε η νύχτα χωρίς φεγγάρι.
Κι όμως…
Εξακολουθώ να αγαπώ τις νύχτες κιάρες.
Όχι γιατί βλέπω καλύτερα.
Αλλά γιατί ανοίγουν την ψυχή.
Σαν να καθαρίζει μαζί με τον ουρανό και το βλέμμα του ανθρώπου.
Ίσως τελικά αυτό να μου λείπει περισσότερο.
Όχι τα περισσότερα ψάρια.
Αλλά οι άνθρωποι που ήξεραν να ακούν το παραγάδι.
Οι άνθρωποι που καταλάβαιναν τη θάλασσα χωρίς να τους μιλήσει.
Και όταν γύριζαν στο λιμάνι, με μια βάρκα ακόμη κόκκινη από το αίμα του τίμιου μεροκάματου, χαμογελούσαν σιωπηλά και έλεγαν μόνο μια φράση:
«Το ματώσαμε χθες το βράδυ…»
— δδμανιάς
Δεν θα μπορούσε να κλείσει αυτό το κείμενο με άλλο τραγούδι. Η “νύχτα κιάρα” του Γιάννη Σκουλά δεν είναι μόνο ένας στίχος. Είναι η καθαρή νύχτα που αγαπήσαμε όσοι ταξιδέψαμε και ψαρέψαμε. Εκείνη που σου άνοιγε τον ορίζοντα, γαλήνευε τη θάλασσα και, χωρίς να το καταλαβαίνεις, γαλήνευε και την ψυχή. δδμανιάς

