Χθες βράδυ είχε πανσέληνο.
Κοιτάξαμε τον ουρανό, τη θάλασσα, αμολύσαμε και φύγαμε.
Γυρίσαμε στις δύο τα ξημερώματα. Η ψαριά ήταν καλή. Μια συναγρίδα περίπου δύο κιλών, μια στείρα ενάμισι κιλό, ένα φαγκρόπουλο και μερικοί λούποι, οι μαύροι μπακαλιάροι όπως τους λέμε εδώ.
Όμως η αξία της βραδιάς δεν ήταν τα κιλά των ψαριών.
Η αξία ήταν όσα μας θύμισε η θάλασσα.
Τα παραγάδια είχαν πέσει βαθιά, σε απότομο βυθό. Τα ρέματα ήταν δυνατά και, όπως λένε οι παλιοί ψαράδες, αλλού τα ρίχνεις κι αλλού τα βρίσκεις. Κι αν πιαστεί κανένα μεγάλο ψάρι όπως χθες, αρχίζει το πάλεμα. Σέρνει το παραγάδι, ψάχνει τον βράχο, βρίσκει τη θαλάμη του και το ντέζει
Εκεί δεν φτάνει η δύναμη.
Εκεί θέλει μαστοριά.
Την ώρα που αρχίσαμε να σηκώνουμε το παραγάδι, έβαλε ένα αεράκι. Μια εξάμετρη πλαστική βάρκα είναι ελαφριά· ο αέρας την παίρνει όπου θέλει. Αν σου μπατάρει η πλώρη προς τα βράχια, το παραγάδι κολλάει, το ψάρι ντέζει και μπορεί να χαθούν και τα δύο.
Η μαστοριά είναι να κρατάς τη βάρκα προς τ’ ανοιχτά. Να δουλεύεις τη μηχανή όσο χρειάζεται, να νιώθεις την πετονιά στα χέρια σου και να την τραβάς έτσι ώστε να σηκώνεται από τον βυθό και να μη βρίσκει στις ξέρες.
Αυτά δεν τα μαθαίνεις σε κανένα βιβλίο.
Τα μαθαίνεις μόνο μέσα στη θάλασσα.
οι ψαράδες καταλαβαίνουν από πολύ μακριά πότε έχει πιαστεί ψάρι. Από την τάση της πετονιάς, από ένα ανεπαίσθητο τρέμουλο, από εκείνο το βάρος που μόνο ο ψαράς μπορεί να ξεχωρίσει.
Αυτή τη γνώση την έμαθε από μικρή και η Αιμιλία. Τώρα και ο Διονυσάκης.
Γιατί η αληθινή γνώση δεν γράφεται.
Περνά από χέρι σε χέρι.
Κάποτε αναρωτήθηκα γιατί αυτή η μάχη είναι τόσο δύσκολη.
Ίσως γιατί ο άνθρωπος κουβαλά μέσα του τον κυνηγό από τότε που πρωτοπερπάτησε πάνω στη γη.
Μόνο που απέναντί του δεν βρίσκεται ένα ανυπεράσπιστο πλάσμα.
Η συναγρίδα, η στείρα, ο ροφός είναι κι αυτά κυνηγοί. Ξέρουν κάθε πέτρα, κάθε θαλάμι, κάθε ρεύμα καλύτερα από εμάς.
Και όταν κυνηγάς κυνηγό, το κυνήγι γίνεται βάσανος.
Πόσες φορές, όταν κατάφερνα να ανεβάσω ένα μεγάλο ψάρι, μου ερχόταν αυθόρμητα να πω:
«Με βασάνισες, μωρέ αδελφέ…»
Όχι από θυμό.
Από σεβασμό.
Κι όμως, όσο μεγαλώνω, μια άλλη σκέψη με ακολουθεί όλο και πιο συχνά.
Όταν κάποιο ψάρι κόψει την πετονιά και χαθεί κουβαλώντας ένα κομμάτι παραγάδι, δεν σκέφτομαι ότι έχασα το ψάρι.
Σκέφτομαι εκείνο.
Πώς θα ζήσει τώρα;
Πώς θα κυνηγήσει;
Πόσο θα βασανιστεί μέχρι να απαλλαγεί από αυτό που κουβαλά;
Και τότε συνειδητοποιώ πως τόσα χρόνια η θάλασσα δεν μου έμαθε μόνο να ψαρεύω.
Μου έμαθε να σέβομαι.
Γιατί στο τέλος, είτε είσαι άνθρωπος είτε ψάρι, όλοι παλεύουμε για το ίδιο πράγμα.
Να επιβιώσουμε.
Και ίσως η μεγαλύτερη αλήθεια που μου έμαθε είναι αυτή:
Το βάσανο δεν είναι ανταποδοτικό στη ζωή.
Το βάσανο είναι η ζωή.
— δδμανιάς
«Το βάσανο δεν είναι ανταποδοτικό στη ζωή. Το βάσανο είναι η ζωή.» δδμανιάς


