Ξεκινήσαμε στις 04:00. Νύχτα ακόμα.
Δολώσαμε και στις 05:00 αρχίσαμε να ρίχνουμε τα παραγάδια. Ρίχναμε μέχρι τις 06:30 και στις 07:30 ξεκινήσαμε να τα σηκώνουμε.
Εκεί αρχίζει η προσμονή.
Σήμερα, σχεδόν κάθε ντέσμα και ψάρι. Μικρά, μεγαλύτερα, ό,τι αποφάσισε να μας δώσει η θάλασσα. Χάσαμε και καμιά εικοσαριά αγκίστρια. Κι αυτά μέσα στο παιχνίδι είναι. Η θάλασσα ποτέ δεν σου δίνει λογαριασμό μόνο με τα κέρδη.
Περάσαμε όμως πολύ ωραία.
Και η καλύτερη ώρα δεν ήταν όταν βγήκαν τα ψάρια.
Ήταν όταν άρχισε να βγαίνει ο ήλιος.
Οι ναυτικοί γνωρίζουν καλά ότι η αυγή δεν είναι μία. Υπάρχουν τρεις.
Πρώτα έρχεται η αστρονομική αυγή, όταν το κέντρο του ήλιου βρίσκεται ακόμη 18 μοίρες κάτω από τον ορίζοντα. Η νύχτα αρχίζει μόλις να χάνει το απόλυτο σκοτάδι της.
Ύστερα έρχεται η ναυτική αυγή, στις 12 μοίρες κάτω από τον ορίζοντα. Αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τους ανθρώπους της θάλασσας. Αρχίζει να διακρίνεται ο ορίζοντας, ενώ στον ουρανό φαίνονται ακόμη αρκετά φωτεινά άστρα. Στα χρόνια της αστρονομικής ναυσιπλοΐας ήταν πολύτιμη ώρα: ο ναυτικός μπορούσε να βλέπει συγχρόνως άστρα και ορίζοντα και να παίρνει με τον εξάντα τις παρατηρήσεις του.
Μετά έρχεται η πολιτική αυγή, όταν ο ήλιος βρίσκεται 6 μοίρες κάτω από τον ορίζοντα. Το φως πλέον είναι αρκετό για να ξεχωρίζουν καθαρά τα πράγματα γύρω μας.
Και τέλος έρχεται η ίδια η ανατολή.
Ο ήλιος εμφανίζεται στον ορίζοντα και η θάλασσα αλλάζει μέσα σε λίγα λεπτά.
Από όλες αυτές τις ώρες, αυτή είναι για μένα η ομορφότερη.
Όποιος έχει βρεθεί τέτοια ώρα ανοιχτά με μια μικρή βάρκα ξέρει ότι δύσκολα περιγράφεται. Η θάλασσα αλλάζει χρώμα, τα βουνά αρχίζουν να ξεχωρίζουν, το νερό γυαλίζει και για λίγα λεπτά όλα γύρω σου φαίνονται ήσυχα.
Εκείνη την ώρα ξεχνάς τα χαμένα αγκίστρια, το ξενύχτι και την κούραση.
Γι’ αυτό, όσες περισσότερες φορές μπορέσω ακόμη να πάω για ψάρεμα, θα πηγαίνω.
Κουράζομαι. Και μάλιστα πολύ.
Το ψάρεμα με παραγάδι δεν είναι βόλτα. Θέλει προετοιμασία, δόλωμα, ώρες στη θάλασσα, ρίξιμο, σήκωμα και ύστερα πάλι δουλειά στη στεριά.
Τώρα έχω μπροστά μου τρεις μέρες για να νετάρω τα παραγάδια, να τα ξεμπερδέψω και να συμπληρώσω τα είκοσι αγκίστρια που χάθηκαν.
Και μόλις τελειώσω;
Θα αρχίσω πάλι να σκέφτομαι πότε θα ξαναπάω.
Γιατί τελικά κατάλαβα κάτι.
Δεν πηγαίνω στη θάλασσα μόνο για να φέρω ψάρια στο σπίτι. Πηγαίνω γιατί η θάλασσα μου δίνει ζωή.
Κι όσο μπορώ ακόμα να σηκώνομαι στις τέσσερις το πρωί, να δολώνω, να ρίχνω, να τραβάω το παραγάδι και να βλέπω τη μέρα να γεννιέται μέσα από τη θάλασσα, θα το κάνω.
Γιατί μπορεί να κουράζεται το σώμα.
Η ψυχή όμως γυρίζει πιο ξεκούραστη.
«Η θάλασσα δεν είναι μόνο ψάρια και ταξίδια. Είναι κούραση, αλμύρα, ξενύχτι, προσμονή. Κι όμως, όποιος την αγάπησε πραγματικά, πάντα σ’ αυτήν ξαναγυρίζει. Γιατί η θάλασσα κουράζει το σώμα, αλλά ξεκουράζει την ψυχή.»

