Το 2040 είναι μόλις δεκατέσσερα χρόνια μακριά.
Ας μην προσπαθήσουμε αυτή τη φορά να πούμε τι πρέπει να γίνει. Ας κάνουμε κάτι διαφορετικό.
Ας φανταστούμε ότι ερχόμαστε ένα πρωινό του Αυγούστου του 2040 στο Θιάκι, ύστερα από χρόνια απουσίας.
Τι θα δούμε;
Πιθανότατα ένα νησί πολύ διαφορετικό από το σημερινό.
Και το ερώτημα δεν θα είναι αν άλλαξε.
Το ερώτημα θα είναι ποιος πρόλαβε να οργανωθεί μέσα σ’ αυτή την αλλαγή.
Ένα Βαθύ διαφορετικό
Φτάνοντας στο Βαθύ, ίσως το πρώτο πράγμα που θα μας κάνει εντύπωση είναι η απουσία αυτοκινήτων από μεγάλο μέρος της παραλίας.
Οργανωμένοι χώροι στάθμευσης στις κατάλληλες περιοχές, μικρές δημόσιες ή ιδιωτικές μεταφορές, ηλεκτρικά οχήματα, περισσότεροι χώροι για τον πεζό.
Το λιμάνι θα έχει οργανωθεί.
Οι θέσεις των σκαφών θα είναι καταγεγραμμένες και πιθανότατα προκρατημένες ηλεκτρονικά. Νερό, ρεύμα, απορρίμματα, λύματα, ανεφοδιασμός, μεταφορές, τροφοδοσίες και τεχνική εξυπηρέτηση θα αποτελούν μια ολόκληρη οικονομία γύρω από το λιμάνι.
Οι θαλαμηγοί που σήμερα μας εντυπωσιάζουν μπορεί τότε να αποτελούν συνηθισμένη εικόνα.
Και γύρω τους θα υπάρχει μια αλυσίδα επιχειρήσεων που θα κερδίζει από την παρουσία τους.
Το ερώτημα είναι:
θα είναι θιακές αυτές οι επιχειρήσεις;
Οι παραλίες θα αποκτήσουν πραγματική πρόσβαση
Μέχρι το 2040 θεωρώ πολύ πιθανό ότι αρκετές ακτές που σήμερα προσεγγίζονται δύσκολα από τη στεριά θα έχουν οργανωθεί καλύτερα.
Όχι με έναν δρόμο και ένα τσιμέντο ίδια παντού.
Κάθε παραλία σύμφωνα με τη μορφολογία της.
Όπου γίνεται, σωστός δρόμος και οργανωμένος χώρος στάθμευσης όσο κοντά επιτρέπει το φυσικό περιβάλλον. Αλλού ασφαλές και συντηρημένο μονοπάτι. Σε ορισμένες περιπτώσεις οργανωμένη μικρή θαλάσσια συγκοινωνία.
Γιατί σήμερα υπάρχει ένα παράδοξο.
Υπάρχουν ακτές του Θιακιού που ο κάτοικος χωρίς βάρκα δυσκολεύεται πολύ να επισκεφθεί, ενώ ο πελάτης μιας θαλαμηγού φτάνει εύκολα από τη θάλασσα.
Μια δημόσια παραλία πρέπει να είναι πραγματικά προσιτή στον κόσμο και όχι δημόσια μόνο πάνω στον χάρτη.
Και αυτό πρέπει να εξασφαλιστεί πριν η αυξανόμενη αξία της παραθαλάσσιας γης κάνει τα πράγματα δυσκολότερα.
Θα έχουν οργανωθεί όσα σήμερα θεωρούμε προβλήματα
Το οδικό δίκτυο δύσκολα θα παραμείνει όπως είναι.
Το ίδιο η ύδρευση, ο βιολογικός καθαρισμός, τα απορρίμματα, η κυκλοφορία.
Όχι επειδή ξαφνικά θα γίνουμε σοφότεροι.
Αλλά επειδή η ίδια η οικονομική αξία του νησιού θα απαιτεί καλύτερες υποδομές.
Και πιστεύω ότι θα έχουν οργανωθεί πολύ περισσότερο και τα αξιοθέατα.
Η Οδύσσεια, η αρχαιολογία, τα μονοπάτια, τα χωριά, η θάλασσα, η τοπική ιστορία, ακόμη και η καθημερινή ζωή του νησιού θα αποκτήσουν οικονομική αξία.
Εδώ βρίσκεται και κάτι που πρέπει να το δούμε χωρίς φόβο:
όπου υπάρχει δυνατότητα κέρδους, κάποιος θα δημιουργήσει επιχείρηση.
Η μεγάλη τουριστική μονάδα δεν θα χρειάζεται το Βαθύ
Μέχρι το 2040 πιθανότατα θα υπάρχουν μεγαλύτερες και πολύ πιο οργανωμένες τουριστικές μονάδες.
Ο επισκέπτης τους θα μπορεί να κοιμηθεί, να φάει, να πιει, να κολυμπήσει, να νοικιάσει αυτοκίνητο ή σκάφος, να κάνει εκδρομή και να αγοράσει ό,τι χρειάζεται χωρίς να επισκεφθεί σχεδόν καθόλου το Βαθύ.
Θα δημιουργηθούν μικρές οικονομίες μέσα στην οικονομία του νησιού.
Αυτό δεν είναι αναγκαστικά κακό.
Αλλά αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού.
Δεν θα αρκεί πια να λέμε ότι ήρθαν περισσότεροι τουρίστες.
Θα πρέπει να ρωτάμε πού ξόδεψαν και σε ποιον έμεινε το χρήμα.
Και τι θα κάνουν οι Θιακοί;
Εδώ βρίσκεται για μένα το μεγαλύτερο ερώτημα του 2040.
Βλέπω ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων να εργάζεται γύρω από την εξυπηρέτηση του τουρισμού.
Καθαρισμοί και διαχείριση κατοικιών.
Συντήρηση πισινών και κήπων.
Ενοικιάσεις αυτοκινήτων.
Ενοικιάσεις και διαχείριση σκαφών.
Μεταφορές.
Τροφοδοσίες θαλαμηγών.
Μικρές προμηθευτικές επιχειρήσεις.
Πλυντήρια.
Αποθήκες.
Τεχνικά συνεργεία.
Εστίαση.
Ψηφιακές κρατήσεις και διαχείριση ακινήτων.
Θα δημιουργηθεί μια ολόκληρη οικονομία υπηρεσιών που σήμερα βρίσκεται ακόμη στην αρχή της.
Και εδώ πρέπει να αναρωτηθούμε από τώρα:
θα οργανώσουν αυτές τις δουλειές οι Θιακοί ή θα περιμένουμε να έρθουν οργανωμένοι άλλοι;
Από το «κάνω μια δουλίτσα» στην επιχείρηση
Εδώ ίσως χρειάζεται να αλλάξει λίγο και η νοοτροπία μας.
Η επόμενη γενιά δεν πρέπει να σκέφτεται μόνο:
«να πάρω ένα αυτοκίνητο να το νοικιάζω».
Μπορεί να σκεφτεί:
«να δημιουργήσω μια σωστή εταιρεία μεταφορών και ενοικιάσεων».
Όχι μόνο:
«καθαρίζω δυο βίλες».
Αλλά:
«οργανώνω συνεργείο καθαρισμού και διαχείρισης πενήντα κατοικιών και δίνω δουλειά σε δέκα ανθρώπους».
Όχι μόνο:
«πάω με τη βάρκα έναν τουρίστα μια βόλτα».
Αλλά:
«δημιουργώ μια οργανωμένη επιχείρηση θαλάσσιων μεταφορών και εκδρομών».
Όχι μόνο:
«πηγαίνω λίγα πράγματα σε μια θαλαμηγό».
Αλλά:
«δημιουργώ μια θιακή επιχείρηση που μπορεί να τροφοδοτεί καθημερινά τα μεγάλα σκάφη του νησιού».
Αυτό είναι διαφορετικό πράγμα.
Άλλο να δουλεύεις μέσα σε μια οικονομία κι άλλο να συμμετέχεις στην ιδιοκτησία και την οργάνωσή της.
Εδώ οι θιακές οικογένειες έχουν ακόμη ένα πλεονέκτημα
Έχουν σπίτια.
Έχουν μικρά ακίνητα.
Έχουν χωράφια.
Έχουν βάρκες.
Έχουν γνώση της θάλασσας.
Έχουν γνωριμίες.
Κυρίως όμως έχουν κάτι που δεν αγοράζεται εύκολα:
γνωρίζουν τον τόπο.
Ένας άνθρωπος που θα έρθει αύριο με μεγάλο κεφάλαιο μπορεί να έχει περισσότερα χρήματα.
Δεν ξέρει όμως το Θιάκι όπως εκείνος που μεγάλωσε εδώ.
Αυτό το πλεονέκτημα δεν πρέπει να χαθεί.
Οι οικογένειες μπορούν να συνεργαστούν.
Δύο ή τρία αδέλφια, ξαδέλφια ή φίλοι δεν χρειάζεται να ανοίξουν τρεις ίδιες μικρές επιχειρήσεις και να ανταγωνίζονται μεταξύ τους.
Μπορούν να φτιάξουν μία καλύτερη.
Να σπουδάσει ένας διοίκηση.
Άλλος τεχνολογία.
Άλλος να γνωρίζει τη θάλασσα.
Άλλος τις τεχνικές εργασίες.
Και αντί να περιμένουν απλώς μια θέση εργασίας, να δημιουργήσουν μια σύγχρονη θιακή επιχείρηση που θα δίνει θέσεις εργασίας.
Γιατί, αν δεν οργανώσουμε εμείς τις ανάγκες του αυριανού τουρισμού, θα τις οργανώσει κάποιος άλλος.
Και θα είναι απολύτως φυσικό να το κάνει.
Να έρθουν και άνθρωποι απ’ έξω
Θα τους χρειαστούμε.
Οι Θιακοί πιθανότατα δεν θα επαρκούν για τις ανάγκες της οικονομίας του 2040.
Θα έρθουν εργαζόμενοι από την υπόλοιπη Ελλάδα και από άλλες χώρες.
Κάποιοι θα φύγουν στο τέλος της σεζόν.
Κάποιοι θα μείνουν.
Θα κάνουν οικογένειες.
Τα παιδιά τους θα πάνε σχολείο μαζί με τα δικά μας.
Και ύστερα από χρόνια ίσως κανείς να μη ρωτά από πού ήρθε ο πατέρας ή η μάνα τους.
Έτσι δημιουργούνταν πάντοτε οι κοινωνίες.
Το πρόβλημα δεν είναι να έρθει ο ξένος.
Το πρόβλημα θα ήταν να φύγει ο ντόπιος επειδή δεν μπόρεσε να βρει θέση μέσα στην οικονομία του ίδιου του τόπου του.
Και μέσα σε όλα αυτά, η μνήμη
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ευθύνη των θιακών οικογενειών.
Γιατί το 2040 δεν κινδυνεύουμε μόνο να χάσουμε επιχειρήσεις.
Μπορούμε να χάσουμε και ιστορίες.
Οι άνθρωποι που γνωρίζουν το παλιό Θιάκι φεύγουν ένας ένας.
Μαζί τους χάνονται λέξεις, παρατσούκλια, ιστορίες ναυτικών, τρόποι ψαρέματος, παλιά μονοπάτια, ονόματα τόπων, οικογενειακές φωτογραφίες, τραγούδια, αφηγήσεις, μικρές ιστορίες που δεν γράφτηκαν ποτέ σε κανένα βιβλίο.
Αυτά πρέπει να αρχίσουμε να τα καταγράφουμε τώρα.
Κάθε οικογένεια έχει ένα μικρό κομμάτι της ιστορίας του Θιακιού μέσα σε ένα συρτάρι.
Μια φωτογραφία.
Ένα γράμμα από καράβι.
Ένα παλιό συμβόλαιο.
Μια ιστορία του παππού.
Ένα παρατσούκλι που κανείς δεν θυμάται πια από πού βγήκε.
Ένα όνομα ενός μικρού όρμου που δεν υπάρχει σε κανέναν χάρτη.
Αν τα ενώσουμε όλα αυτά, δημιουργούμε τη συλλογική μνήμη του τόπου.
Και η τεχνολογία που αλλάζει τον κόσμο μπορεί εδώ να γίνει σύμμαχός μας.
Να ψηφιοποιηθούν φωτογραφίες.
Να ηχογραφηθούν οι ηλικιωμένοι.
Να καταγραφούν τα τοπωνύμια.
Να σωθούν οι θιακές λέξεις.
Να δημιουργηθεί ένα ανοιχτό ψηφιακό αρχείο της Ιθάκης που θα μεγαλώνει από γενιά σε γενιά.
Για να μπορεί ένα παιδί το 2040 να πατά πάνω σ’ έναν χάρτη το Περαχώρι, τον Αετό ή την Ανωγή και να ακούει τους ίδιους τους ανθρώπους που έζησαν εκεί να του διηγούνται την ιστορία τους.
Αυτό θα ήταν πραγματικός πλούτος.
Το 2040 θα έρθει είτε είμαστε έτοιμοι είτε όχι
Δεν μπορούμε να σταματήσουμε την αλλαγή.
Και δεν υπάρχει λόγος να τη φοβόμαστε.
Το Θιάκι του 2040 πιθανότατα θα είναι πιο ακριβό, περισσότερο τουριστικό, πιο οργανωμένο, πιο τεχνολογικό και πολύ πιο διεθνές από το σημερινό.
Το θέμα είναι να μη βρεθούν οι Θιακοί θεατές της ίδιας τους της ανάπτυξης.
Να οργανωθούν.
Να συνεργαστούν.
Να μορφώσουν τα παιδιά τους για τις δουλειές που έρχονται και όχι μόνο για εκείνες που υπήρχαν.
Να δημιουργήσουν επιχειρήσεις πριν έρθουν άλλοι να καλύψουν το κενό.
Να κρατήσουν γη και πρόσβαση στη θάλασσα.
Και παράλληλα να αρχίσουν από σήμερα να φυλάσσουν τη μνήμη κάθε οικογένειας.
Γιατί το 2040 δεν έχει σημασία μόνο ποιος θα κατέχει τις επιχειρήσεις του Θιακιού.
Έχει σημασία και ποιος θα θυμάται το Θιάκι που υπήρχε πριν από αυτές.
Μπορούμε να έχουμε δρόμους, οργανωμένες παραλίες, λιμάνι, θαλαμηγούς, μεγάλες μονάδες, τεχνολογία και επιχειρήσεις.
Μπορούμε να δεχτούμε ανθρώπους από παντού.
Μπορούμε να αλλάξουμε.
Αλλά μέσα σ’ αυτό το καινούργιο Θιάκι πρέπει ένα παιδί του 2040 να μπορεί ακόμη να ξέρει πού πατά και ποιοι περπάτησαν εκεί πριν από αυτό.
Γιατί πρόοδος δεν είναι να κρατήσεις τον τόπο ίδιο.
Πρόοδος είναι να τον αλλάξεις χωρίς να του σβήσεις τη μνήμη.
Ο ναύτης βγήκε στη στεριά. Το θέμα είναι να μπορεί και να μείνει.


