
iloveithaki.gr, 7/5/2026
ήμασταν πέντε παιδιά κι ο πατέρας μου έξι στόματα όλα μαζί, κι εγώ δέκα χρονών το μεγαλύτερο.
δεκαετία του ’50. φτώχεια κανονική, όχι από αυτές που συζητούν σήμερα στα πάνελ με καφέδες και στατιστικές.
τότε η μάνα μου έφτιαχνε «χταποδομανέστρα».
χταπόδι δεν υπήρχε σχεδόν ποτέ.
άντε καμιά φορά να είχε μέσα κανένα μικρό απλοκάμι, που το ψάχναμε στην κατσαρόλα σαν να ήταν θησαυρός. κι όποιος το έβρισκε γινόταν για λίγο ο τυχερός της ημέρας.
κι όμως…
ακόμα θυμόμαστε εκείνη τη μανέστρα σαν το νοστιμότερο φαγητό του κόσμου.
λίγο λάδι.
λίγη ντομάτα.
μια κατσαρόλα που έπρεπε να χορτάσει έξι ανθρώπους.
αλλά το σπουδαιότερο που υπήρχε πάνω σ’ εκείνο το τραπέζι δεν ήταν το φαγητό.
ήταν η αγάπη.
η μάνα που κοίταζε πρώτα αν έφαγαν τα παιδιά.
ο πατέρας που έκανε πως χόρτασε για να μείνει λίγο παραπάνω στους άλλους.
το γέλιο όταν κάποιος έβρισκε το “χταπόδι”.
η αίσθηση πως όλοι μαζί θα τη βγάλουμε καθαρή.
κι έτσι, ακόμα και η φτώχεια είχε μια ανθρώπινη ζεστασιά.
αλλά ξέραμε τι τρώγαμε.
αυτό είναι όλο το θέμα.
σήμερα γεμίσανε οι αγορές χρώματα, ετικέτες, συσκευασίες και “προσφορές”.
ο κόσμος πάει στη λαϊκή κι αντί να ζητά ελληνική πατάτα ψάχνει πατάτα αιγύπτου γιατί φοβάται τι έχει πέσει πάνω στην άλλη.
μου έλεγε φίλος από τον πύργο τι γίνεται στις καλλιέργειες και στα φάρμακα, και πως πολλοί τα αποφεύγουν όπως ο διάολος το λιβάνι.
μετά άρχισαν να έρχονται προϊόντα από την άλλη άκρη του κόσμου, νότια αμερική, ασία, απ’ όπου βρεθεί φθηνότερο πράγμα να φορτωθεί σε κοντέινερ και να φτάσει στο πιάτο μας χωρίς να ξέρουμε ούτε πόσο ταξίδεψε ούτε τι κουβαλάει πάνω του.
τώρα τα χταπόδια ταξιδεύουν κατεψυγμένα μέσα σε τεράστια πλοία-εργοστάσια από τον νότιο ατλαντικό και φτάνουν στο πιάτο μας χυλός, πιο μαλακά κι από τη μανέστρα της μάνας μου.
και να σου πω κάτι;
εκείνη η ψεύτικη χταποδομανέστρα ήταν πιο αληθινή από πολλά σημερινά “εκλεκτά” φαγητά.
γιατί τότε υπήρχε φτώχεια αλλά όχι τόση κοροϊδία.
σήμερα έχουμε γεμάτα ράφια και άδεια εμπιστοσύνη.
κι έτσι καμιά φορά, όταν μυρίζω ντομάτα να βράζει με λίγο λαδάκι, μου έρχεται η μάνα μου μπροστά στην κατσαρόλα και μας ακούω όλους γύρω από το τραπέζι να φωνάζουμε:
— «εγώ βρήκα το πλοκάμι!»
και νομίζω πως εκεί μέσα, σ’ εκείνη τη φτωχή κατσαρόλα, υπήρχε περισσότερη αλήθεια απ’ όση υπάρχει σήμερα σε ολόκληρα σούπερ μάρκετ.


