ήμουν επτά χρονών τον αύγουστο του 1953.
για τους περισσότερους έμειναν οι ημερομηνίες.
οι σεισμοί.
τα σπίτια που σωριάστηκαν.
οι εκκλησίες που ράγισαν.
οι οικογένειες που βρέθηκαν ξαφνικά να ζουν σε σκηνές.
για μένα έμειναν οι μυρωδιές.
η σκόνη.
οι φωνές.
η αγωνία των μεγάλων.
και η απορία ενός παιδιού που έβλεπε τον κόσμο να αλλάζει μέσα σε λίγα λεπτά.
μετά ήρθε η UDRA.
οι σκηνές.
οι κουβέρτες.
ακόμα θυμάμαι τη μυρωδιά τους.
ήταν μια μυρωδιά που δεν είχα ξανασυναντήσει.
μύριζε βοήθεια.
μύριζε φτώχεια.
μύριζε ελπίδα.
θυμάμαι τα αεροπλάνα να περνούν πάνω από το νησί.
να ρίχνουν γαλέτες.
μαρμελάδες.
κονσέρβες.
για εμάς τα παιδιά ήταν ένα θέαμα.
για τους μεγάλους ήταν μια ανάσα ζωής.
θυμάμαι όμως και κάτι άλλο.
την απληστία.
υπήρχε τότε όπως υπάρχει και σήμερα.
κάποιοι προσπαθούσαν να πάρουν περισσότερα από όσα τους αναλογούσαν.
να αρπάξουν ακόμη και τις κονσέρβες των άλλων.
τις κρύβαμε σαν θησαυρό.
όχι γιατί άξιζαν πολλά.
αλλά γιατί τότε είχαμε λίγα.
τα βράδια ακούγαμε τους μεγαλύτερους.
κάποιοι είχαν γυρίσει από τη μακρόνησο.
άλλοι από φυλακές.
άλλοι από την ξενιτιά.
δεν καταλαβαίναμε πολλά.
όμως καταλαβαίναμε ότι κουβαλούσαν μέσα τους βάσανα που δεν χωρούσαν σε λέξεις.
οι ιστορίες τους έπεφταν πάνω μας αργά.
και χωρίς να το ξέρουμε μας διαμόρφωναν.
η γενιά πριν από εμάς πρόσφερε πολλά στον αγώνα για κοινωνική δικαιοσύνη.
πλήρωσε ακριβά τις ιδέες της.
γνώρισε διώξεις.
φυλακές.
εξορίες.
φτώχεια.
δεν ήταν αλάνθαστη.
είχε πάθη και λάθη.
όμως πίστευε πως ο άνθρωπος δικαιούται μια καλύτερη ζωή.
πολλοί από αυτούς νικήθηκαν.
όχι μόνο από τους αντιπάλους τους.
αλλά και από την υποκρισία των ξεχωριστών.
εκείνων που μιλούσαν για ισότητα από τα ψηλά μπαλκόνια.
και ζητούσαν θυσίες από τους άλλους.
εμείς μεγαλώναμε.
με κοντά παντελόνια.
με πέδιλα από λάστιχο αυτοκινήτου.
δεν τα αντέχαμε.
μα ήταν τα παπούτσια μας.
και δεν υπήρχαν πολλά περιθώρια για παράπονα.
το καλοκαίρι έφερνε τον θέρο.
τον τρύγο.
τις δουλειές.
τον ιδρώτα.
τις οικογένειες όλες μαζί.
κι όταν τελείωναν οι δουλειές ερχόταν η μεγάλη μας αγάπη.
η θάλασσα.
η θάλασσα δεν ήταν μόνο το ψωμί μας.
ήταν το δεύτερο μισό της ύπαρξής μας.
ήταν το άλλο μισό της καρδιάς μας.
από αυτήν ζούσαμε.
σε αυτήν ονειρευόμασταν.
σε αυτήν ταξιδεύαμε.
σε αυτήν επιστρέφαμε.
ψαρεύαμε με κάθε τρόπο που γνώριζε η εποχή.
ακόμη και με δυναμίτη, που τότε θεωρούνταν σχεδόν συνηθισμένο πράγμα.
άλλοι καιροί.
άλλες γνώσεις.
άλλοι άνθρωποι.
και ύστερα υπήρχαν τα κορίτσια.
όμορφα.
φωτεινά.
με τα καλοκαιρινά φορέματα και τα γέλια τους.
ήμασταν οκτώ χρονών.
δεν ξέραμε ακόμα τι θα πει έρωτας.
όμως κάτι συνέβαινε μέσα μας όταν περνούσαν από δίπλα μας.
και χωρίς να το καταλαβαίνουμε τις προσέχαμε.
τις σεβόμασταν.
τις θαυμάζαμε.
σήμερα, τόσα χρόνια μετά, καταλαβαίνω πως δεν νοσταλγούμε μόνο τα νιάτα μας.
νοσταλγούμε τους ανθρώπους.
τις φωνές.
τις μυρωδιές.
τις ελπίδες.
την αίσθηση πως παρά τη φτώχεια ο κόσμος προχωρούσε μπροστά.
εκείνα τα καλοκαίρια πέρασαν.
όπως περνούν όλα.
όμως συνεχίζουν να ζουν μέσα μας.
σαν ένα κομμάτι του θιακιού που δεν χάθηκε ποτέ.
ακόμη κι αν δεν γύρισε ποτέ ξανά.
«δεν νοσταλγούμε τη φτώχεια. νοσταλγούμε τους ανθρώπους που την νικούσαν μαζί.» — δδμανιάς
Το «Προσκυνώ τη χάρη σου λαέ μου» δεν είναι τραγούδι για ήρωες και βασιλιάδες. Είναι τραγούδι για τους απλούς ανθρώπους. Για εκείνους που σηκώνουν τον κόσμο στους ώμους τους χωρίς ποτέ να ζητούν ανταμοιβή. Ακούγοντάς το, έρχονται στο νου οι άνθρωποι του παλιού Θιακιού. Εκείνοι που άντεξαν τους σεισμούς, τη φτώχεια, την ξενιτιά και τις δυσκολίες της ζωής. Άνθρωποι που μπορεί να μην έγραψαν ιστορία στα βιβλία, αλλά έγραψαν ιστορία στις ζωές των παιδιών τους. Σε αυτούς είναι αφιερωμένο τούτο το τραγούδι. Και σε αυτούς τούτο το άρθρο.


