λένε πως η σταθερότητα είναι μεγάλο πράγμα.
το λένε οι κυβερνήσεις.
το λένε οι τραπεζίτες.
το λένε οι εφημερίδες.
το λένε οι τηλεοράσεις.
το λένε τόσο συχνά που στο τέλος αρχίζεις να πιστεύεις πως η σταθερότητα είναι η μητέρα όλων των αρετών.
και κάθε φορά που κάποιος τολμά να ζητήσει μια αλλαγή, πετάγεται ένας σοβαρός κύριος με γραβάτα.
«προσοχή!»
φωνάζει.
«κινδυνεύει η σταθερότητα.»
δεν ξέρω γιατί.
αλλά κάθε φορά που κινδυνεύει η σταθερότητα, κινδυνεύει πάντα η τσέπη του λαού.
ποτέ η δική του.
από την εποχή του κωλέτη μέχρι σήμερα, η σταθερότητα έχει πολλούς φίλους.
κυρίως ανάμεσα σε εκείνους που είναι ήδη βολεμένοι.
κι έχουν δίκιο.
όταν κάθεσαι στη σκιά, δεν σε ενοχλεί που ο άλλος λιώνει στον ήλιο.
όταν έχεις γεμάτο τραπέζι, δεν σε τρομάζει η πείνα του γείτονα.
όταν η θέση σου είναι εξασφαλισμένη, η αλλαγή μοιάζει επικίνδυνη.
έτσι γεννήθηκε η κυβέρνηση της σταθερότητας.
μια κυβέρνηση που αγαπά την αλλαγή.
αρκεί να αφορά τους άλλους.
συνεδρίασε λοιπόν εκτάκτως.
τα ενοίκια ανέβηκαν.
οι μισθοί έμειναν πίσω.
η υγεία χειροτέρεψε.
τα σχολεία υποβαθμίστηκαν.
οι νέοι συνέχισαν να φεύγουν.
οι τράπεζες συνέχισαν να κερδίζουν.
οι λογαριασμοί συνέχισαν να μεγαλώνουν.
μετά από πολύωρη συζήτηση αποφάσισε ομόφωνα:
να παραμείνουν όλα σταθερά.
η επιτυχία ήταν απόλυτη.
ο λαός διαμαρτυρήθηκε.
η κυβέρνηση τον καθησύχασε.
«μην ανησυχείτε.
η φτώχεια παραμένει σταθερή.
η ακρίβεια παραμένει σταθερή.
οι δυσκολίες παραμένουν σταθερές.
άρα η χώρα βρίσκεται σε καλό δρόμο.»
κάποτε αποφάσισα να μελετήσω τη σταθερότητα.
κοίταξα ένα βάλτο.
ήταν σταθερός.
ούτε κουνιόταν.
ούτε προχωρούσε.
ούτε δημιουργούσε.
κοίταξα ένα ξεραμένο δέντρο.
κι αυτό σταθερό.
δεν άνθιζε.
δεν μεγάλωνε.
δεν έδινε καρπούς.
κοίταξα ένα νεκροταφείο.
τέλεια σταθερότητα.
κανείς δεν διαμαρτυρόταν.
κανείς δεν ζητούσε αυξήσεις.
κανείς δεν απαιτούσε δικαιοσύνη.
κανείς δεν ονειρευόταν ένα καλύτερο αύριο.
τότε κατάλαβα.
η ζωή δεν αγαπά τη σταθερότητα.
η ζωή αγαπά την αλλαγή.
το παιδί μεγαλώνει.
το δέντρο ανθίζει.
το ποτάμι κυλά.
η κοινωνία μεταμορφώνεται.
ό,τι δεν αλλάζει, πεθαίνει.
αλλά αυτό δεν φαίνεται να απασχολεί ιδιαίτερα τους φρουρούς της σταθερότητας.
η δουλειά τους είναι άλλη.
να κρατούν τα πράγματα όπως είναι.
τους πλούσιους πλούσιους.
τους φτωχούς φτωχούς.
τους νέους ανήσυχους.
τους γέρους υπομονετικούς.
και όλους μαζί πίσω από της σταθερότητας το κάγκελο.
η ιστορία όμως είναι άτακτο πράγμα.
δεν υπακούει σε υπουργούς.
δεν υπακούει σε κυβερνήσεις.
δεν υπακούει σε δημοσκόπους.
όταν έρθει η ώρα, σπάει τις πόρτες.
γκρεμίζει τα κάγκελα.
και συνεχίζει.
γι’ αυτό κάθε φορά που ακούω τη λέξη «σταθερότητα» γίνομαι καχύποπτος.
ρωτάω:
σταθερότητα για ποιον;
για τον άνεργο;
για τον εργαζόμενο;
για τον συνταξιούχο;
για τον νέο που δεν μπορεί να νοικιάσει σπίτι;
ή για εκείνον που φοβάται μήπως αλλάξει η θέα από το παράθυρό του;
γιατί η ιστορία της ανθρωπότητας δεν γράφτηκε από τη σταθερότητα.
γράφτηκε από την αλλαγή.
κι αν υπάρχει ένας νόμος που ισχύει για τα δέντρα, τα ποτάμια, τις κοινωνίες και τους ανθρώπους είναι αυτός:
ό,τι δεν αλλάζει, πεθαίνει.
μόνο στην πολιτική κατάφεραν να παρουσιάσουν τον αργό θάνατο ως εθνική επιτυχία.
κι έτσι συνεχίζουμε.
πίσω από της σταθερότητας το κάγκελο.
περιμένοντας να μας πείσουν πως το κλειδί της φυλακής είναι στην πραγματικότητα μετάλλιο ελευθερίας.
γράφει ο νιόνιος ο μανιάς του μήδη
Κάθε φορά που ακούω τα «Λαδάδικα» σκέφτομαι πως οι τόποι δεν χάνονται όταν γκρεμίζονται τα σπίτια τους. Χάνονται όταν φεύγουν οι άνθρωποι που τους έδιναν ψυχή. Κι όμως, όσο υπάρχουν τραγούδια σαν αυτό, κάτι από εκείνον τον κόσμο συνεχίζει να περπατά ανάμεσά μας.

