Στον πάτο της θάλασσας

020214_0002Της ΣΟΦΙΑΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΟΥ

Δεν ήθελα να γυρίσω πίσω στο «εβραίικο» σχολείο μου και στην ψηλοτάβανη αίθουσα διδασκαλίας με την ξυλόσομπα στη γωνία και το γλόμπο στο ταβάνι, ούτε να θυμηθώ το καυσόξυλο που πηγαίναμε απ’ το σπίτι μας για να ζεσταθούμε το χειμώνα, ούτε το κίτρινο τυρί από τους ντενεκέδες της αμερικάνικης βοήθειας, που μας δίνανε τα Σάββατα που είχαμε και μπουγάδα σπίτι και έπρεπε να κουβαλήσω και δέκα ντενεκέδες νερό από τη βρύση…

Ούτε να θυμηθώ, μες στο καταχείμωνο, τους ήρωες της Επανάστασης, τον Κολοκοτρώνη, τον Αθανάσιο Διάκο και τον αξέχαστο Καραΐσκο, που ήταν κρεμασμένοι στους βρόμικους και μουχλιασμένους από την πολυκαιρία τοίχους, αλλά εκεί με γύρισε ο Ξηρός, με τη μαύρη φράντζα του και το κόκκινο φούτερ από τη λαϊκή, στο βιντεοσκοπημένο μήνυμά του. Ιδιος με τον πάμφτωχο Φανούλη, που δεν έπαιρνε τα γράμματα και με λοξοκοιτούσε που καθόμουν στο πρώτο θρανίο για να του «πετάξω» καμία λέξη όταν τον σήκωνε η δασκάλα στο μάθημα. Ο μεγάλος του φόβος ήταν η Γεωγραφία. Ελεγε η δασκάλα: «Δείξε μας, Φανούλη, πού είναι η πρωτεύουσα της Ελλάδος» και εκείνος πήγαινε στο χάρτη, έβαζε απάνω το χεράκι του με τα βρόμικα νύχια και ξεκινώντας από Θράκη πήγαινε Μακεδονία, Θεσσαλία, Στερεά, Πελοπόννησο, Κρήτη και πάλι από την αρχή και γύρω γύρω, έκανε σαλιγκαράκια, μέχρι να σταματήσει (εκεί που του έκανα νόημα) και να πει «κάπου εδώ, κυρία» δείχνοντας τη Λάρισα (γιατί μέχρι να γυρίσει το κεφάλι του, είχε φύγει το χέρι του από την πρωτεύουσα). Αυτός ήταν ο Φανούλης με το τρύπιο του σακάκι, το μπαλωμένο του παντελόνι, τα ξυπόλυτα πόδια και το μαύρο λαιμό από την απλυσιά… Εκεί με πήγε ο Ξηρός: στη φτωχή και «αγράμματη» Ελλάδα της δεκαετίας του ’60 και των ασπρόμαυρων μελό, όταν πεινούσε κι αναστέναζε η φτωχολογιά στις γειτονιές και η ατσαλάκωτη «καλή» κοινωνία τα ‘σπαγε στα κοσμικά σαλόνια, όπου άφθονος έρρεε ο αφρώδης οίνος… και, αλλού, αλληθώριζε ο γουρλομάτης αστακός προς τα πλούσια ντεκολτέ των φεστιβάλ… όπως διάβαζα άλλωστε και στο περιοδικό που αγόραζα κάνοντας οικονομία όλη τη βδομάδα για να μαζέψω 6 δραχμές! Και πόσο να αντέξω μέσα στη μικρή ζωή μου να βλέπω και να διαβάζω την ίδια ιστορία με τους φτωχούς και τους πλουσίους, με τους τρομοκράτες και τους «τρομοκρατημένους», με τους «πετυχημένους» και τους καταραμένους… που, μέχρι να γυρίσω το βλέμμα μου προς τη μεριά που φτερούγισε ένα πουλάκι στο μπαλκόνι μου, αναποδογύρισε το καράβι με τους Σύρους πρόσφυγες και είδα τη φωτογραφία του άνδρα με τα πρησμένα από το κλάμα μάτια: ποτέ άλλοτε η οδύνη δεν είχε τέτοιο πρόσωπο και σε καμιά «Ηλέκτρα», «Αντιγόνη» ή «Εκάβη» απ’ όλες όσες «αναστήθηκαν» στην ορχήστρα της Επιδαύρου δεν αντίκρισα τέτοιο πένθος! Ητανε 24 Ιανουαρίου, ανήμερα της σοφής και ιερής οσίας Ξένης της περιπλανώμενης, που γύρισε τη γη αναζητώντας την «ουράνια» πατρίδα και τη φωνάζανε σαλή, όταν είδα το πρόσωπο του ανδρός, που θρηνούσε τη γυναίκα του και τα παιδιά του, που τα «κατάπιε» η θάλασσα στο Φαρμακονήσι.

Και ψυχικώς κατέρρευσα: έκλεινα τα μάτια για ν’ αποφύγω την εικόνα, αλλά η τραγική γήινη μάσκα είχε στοιχειώσει στο βυθό των ματιών μου και όπου κι αν έσκαβε η μνήμη μου, σε όποιο μνήμα μέσα, εκείνη ήταν εκεί απελπισμένη, μόνη κι αβοήθητη… Μέχρι αργά τα χαράματα, που με πήρε ο ύπνος και ήρθε ο βραχνάς: ήθελα να μπω στο σπίτι που γεννήθηκα, αλλά δεν άνοιγε η πόρτα, που δεν ήταν πόρτα αλλά μαύρο σκοτάδι κι έσπρωχνα με δύναμη το κενό φωνάζοντας «βοήθεια», μέχρι που με κατάπιε στο βυθό του και ξύπνησα στον ύπνο μου, στης θάλασσας τον πάτο. Εκεί ήταν τα παιδιά και οι γυναίκες και τα μελαψά αδύνατα αγόρια… Βουνά από παιδιά και μωρά τυλιγμένα σαν τον Χριστούλη στα σπάργανα, όλα νεκρά μ’ ανοιχτά τα μάτια και οι πνιγμένες μανούλες μοιρολογούσαν:

«Βλέπεις» είπε «είναι οι άλλοι/και δε γίνεται Αυτοί χωρίς Εσένα/και δε γίνεται μ’ Αυτούς χωρίς, Εσύ/Βλέπεις» είπε «είναι οι Αλλοι/και ανάγκη πάσα να τους αντικρίσεις/η μορφή σου αν θέλεις ανεξάλειπτη να ‘ναι/και να μείνει αυτή».

Οδυσσέας Ελύτης,

απόσπασμα από το «Αξιον Εστί».

http://www.enet.gr/

Hot this week

ιθάκη 1806: ένα νησί με 50 καράβια και τον οδυσσέα ακόμη ζωντανό

υπάρχουν φορές που ένα παλιό βιβλίο λέει περισσότερα για...

η μάχη άρχισε. οι στρατοί παίρνουν θέσεις

οι εκλογές δεν προκηρύχθηκαν. κανείς δεν γνωρίζει πότε θα γίνουν. η...

αυτοδυναμία και η αλαζονεία της εξουσίας

η αυτοδυναμία είναι ίσως το μεγαλύτερο όνειρο κάθε κυβέρνησης. να...

της σταθερότητας το κάγκελο

λένε πως η σταθερότητα είναι μεγάλο πράγμα. το λένε οι...

ο αυτόλυκος, ο δόκιμος και τα marlboro

ο αυτόλυκος, παππούς του οδυσσέα, δεν ήταν κανένας άγιος. οι...

Topics

ιθάκη 1806: ένα νησί με 50 καράβια και τον οδυσσέα ακόμη ζωντανό

υπάρχουν φορές που ένα παλιό βιβλίο λέει περισσότερα για...

η μάχη άρχισε. οι στρατοί παίρνουν θέσεις

οι εκλογές δεν προκηρύχθηκαν. κανείς δεν γνωρίζει πότε θα γίνουν. η...

αυτοδυναμία και η αλαζονεία της εξουσίας

η αυτοδυναμία είναι ίσως το μεγαλύτερο όνειρο κάθε κυβέρνησης. να...

της σταθερότητας το κάγκελο

λένε πως η σταθερότητα είναι μεγάλο πράγμα. το λένε οι...

ο αυτόλυκος, ο δόκιμος και τα marlboro

ο αυτόλυκος, παππούς του οδυσσέα, δεν ήταν κανένας άγιος. οι...

θιάκι. τα καλοκαίρια που δεν γύρισαν ποτέ

ήμουν επτά χρονών τον αύγουστο του 1953. για τους περισσότερους...

η πιο πολιτισμένη ζούγκλα του πλανήτη

κάποτε οι άνθρωποι φοβούνταν τα λιοντάρια. σήμερα τα λιοντάρια θα...

ο κύβος ερρίφθη. εκλογές το φθινόπωρο

στην πολιτική οι αποφάσεις σπάνια ανακοινώνονται όταν λαμβάνονται. συνήθως προηγούνται...

Related Articles

Popular Categories