
iloveithaki.gr, 13/3/2026
για τις πύλες δακρύων και όχι μόνο, του νιόνιου του μανιά του μήδη
όταν ο πόλεμος γίνεται αδιέξοδο
ο πόλεμος στην μέση ανατολή έχει μπει σε δρόμο επικίνδυνο.
όσο συνεχίζεται τόσο δυσκολότερο γίνεται να σταματήσει.
η βία γεννά βία.
και στο τέλος πληρώνουν οι λαοί.
οι United States, το Iran, το Israel και όλοι όσοι εμπλέκονται πρέπει να καταλάβουν κάτι απλό:
οι πόλεμοι δεν λύνονται όταν κλιμακώνονται.
λύνονται όταν κάποιος αποφασίσει να σταματήσει.
αν κλείσουν τα Bab el-Mandeb, τα λεγόμενα «στενά των δακρύων», η ζημιά θα είναι τεράστια.
εκεί περνά ένα μεγάλο κομμάτι του εμπορίου ανάμεσα στην ασία και την ευρώπη.
αν αυτός ο δρόμος κλείσει:
– θα εκτιναχθούν οι τιμές
– θα διαλυθούν οι εφοδιαστικές αλυσίδες
– και θα πληρώσουν πάλι οι απλοί άνθρωποι.
κανένας λαός δεν κερδίζει από αυτό.
οι ισραηλινοί πολιτικοί πρέπει να σταματήσουν να πιστεύουν ότι η ισχύς λύνει τα πάντα.
και οι ηγεσίες στο ιράν, οι μουλάδες που κυβερνούν τη χώρα, πρέπει επίσης να καταλάβουν ότι η σύγκρουση δεν οδηγεί πουθενά.
η δολοφονία παιδιών, όπως ο βομβαρδισμός σχολίων.
είναι έγκλημα πολέμου και ντροπή για τον ανθρώπινο πολιτισμό.
η αμερική πρέπει να δει την πραγματικότητα.
οι ατελείωτες επεμβάσεις σε όλο τον κόσμο δεν έφεραν ειρήνη ούτε ευημερία.
έφεραν χρέη, αίμα και διχασμό.
οι πόλεμοι σπάνια ωφελούν τους λαούς.
συνήθως ωφελούν λίγους ισχυρούς και πλούσιους.
και οι λαοί πληρώνουν τον λογαριασμό.
ο κόσμος δεν χρειάζεται άλλον έναν πόλεμο.
χρειάζεται λογική.
επιμύθιο θιακό
έλεγε ένας γέρος θιακός:
«όταν μια οικογένεια έχει μπελάδες μέσα στο σπίτι της, αρχίζει να τα βάζει με όλο το χωριό.
φταίει ο ένας, φταίει ο άλλος, φταίνε οι ξένοι, φταίνε οι γείτονες.
μα η αλήθεια είναι άλλη.
όποιος δεν μπορεί να βάλει τάξη στο σπίτι του, ψάχνει καβγάδες έξω απ’ την πόρτα.
κι έτσι γίνεται και με τα κράτη.
κυνηγάνε δύναμη, ξοδεύουν πλούτη, χύνουν αίμα,
και στο τέλος ούτε οι ίδιοι οι λαοί τους ζουν καλύτερα ούτε οι άλλοι.
κι ύστερα αναρωτιούνται γιατί ο κόσμος δεν τους πιστεύει πια».
κι ένα τραγουδάκι για τους γερόντους…
Κάθε τόσο μασ έρχονται καινούριεσ καραβιέσ γερόντοι
Απ’ το μοριά απ’ τη ρούμελη
Και πιο πάνω απ’ τα τρίκαλα και τη μακεδονία
Λιγνοί γερόντοι χοντροκόκκαλοι μ’άσπρα μουστάκια και φλοκάτεσ
Μυρίζουν σβουνιά και χωράφι
Μέσα στα μάτια τουσ βελάζουν τα πρόβατα του απόβραδου
Στα τσουλούφια τουσ κρέμονται οι σκιέσ των πλατανόφυλλων
Μιλάνε λίγο δε μιλάνε καθόλου ωστόσο πότε πότε το βλέπεισ
Πού’χουν συμπεθεριάσει με τα ελάτια
Μια στιγμή που σηκώνουν τα μάτια απ’ το χώμα
Και τηράνε πίσω απ’ τουσ ώμουσ μασ
Όταν γαλανίζει το βράδυ τισ τέντεσ
Κι ο αγέρασ μπλέκει τα μουστάκια του στο θυμάρι
Όταν ο ουρανόσ κατεβαίνει απ’ τα βράχια
Δρασκελώντασ τη θύμηση με τισ προκαδούρεσ των άστρων
Κι ο θάνατοσ κόβει βόλτεσ αμίλητοσ έξω απ’ το συρματόπλεγμα
Τότεσ τουσ βλέπουμε που συνάζονται τρεισ τρεισ πέντε πέντε
Σα στα παλιά τα χρόνια στισ μπαρουταποθήκεσ του μεσολογγιού
Και τότεσ πια δεν ξέρεισ έτσι συναγμένοι στον αυλόγυρο τησ βραδιάσ
Αξούριστοι άλαλοι
Δεν ξέρεισ πια σαν ανάβουν τα τσακμάκια τουσ
Αν είναι ν’ ανάψουν το τσιγάρο τουσ
Ή αν είναι ν’ ανάψουν το φιτίλι του δυναμίτη
Τούτοι οι γερόντοι δε μιλάνε
Τα παιδιά τουσ βγήκαν στο κλαρί
Ετούτοι χώσαν την καρδιά τουσ στο βουνό
Σαν ένα βαρέλι με μπαρούτι
Δίπλα στα μάτια τουσ έχουν ένα δεντράκι καλοσύνη
Ανάμεσα στα φρύδια τουσ ένα γεράκι δύναμη
Κι ένα μουλάρι από θυμό μεσ στην καρδιά τουσ
Που δε σηκώνει τ’ άδικο
Και τώρα κάθονται εδώ στη μακρόνησο
Στο άνοιγμα του τσαντιριού αγνάντια στη θάλασσα
Σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά τησ νύχτασ
Με τα νύχια μπηγμένα στην πέτρα δε μιλάνε
Κοιτάνε πέρα την αντιφεγγιά τησ αθήνασ
Κοιτάνε τον ποταμό του ιορδάνη
Σφίγγοντασ μια πέτρα στη χωματένια φούχτα τουσ
Σφίγγοντασ μεσ στα μάτια τουσ τα σκάγια των άστρων
Σφίγγοντασ μεσ στο φυλλοκάρδι τουσ μια δυνατή σιωπή
Εκείνη τη σιωπή που γίνεται πριν απ’ τ’ αστροπελέκι
