Ήμασταν στ’ αμπέλι.
Καταμεσήμερο.
Ο ήλιος έκαιγε τις πέτρες κι ο ιδρώτας μύριζε άνθρωπο και δουλειά.
Ήρθαν οι γυναίκες με τα τουβαέλια και το φαγητό.
Έστρωσαν κάτω από μια μεγάλη σκιά.
Ψωμί, ελιές, λίγο τυρί, κρασί στο παγούρι.
Καθίσαμε όλοι χάμω.
Ήμουνα κι εγώ ίσος τότε.
Μικρός, αλλά είχα λόγο.
Οι κόμποι στα χέρια σκληροί σαν ρίζες ελιάς.
Τα πρόσωπα καμένα.
Το ύφος αγέρωχο.
Άνθρωποι φτωχοί, αλλά όρθιοι.
Την κουβέντα πάντα την άνοιγε ο μπάρμπας ο Τάτσης, ο μικρότερος αδερφός του νονού.
Κανείς μας δεν είχε τελειώσει το δημοτικό.
Κι όμως οι κουβέντες πέφτανε σαν βροντές.
«Αργήσατε στο καφενείο χθες, Αναστάση», λέει ο νόνος.
«Τι μαντάτα;»
«Βρήκε η βασίλισσα νέο δικηγόρο.
Μεγάλα φρύδια, μαύρο αλή τον λένε.»
«Μαύρη η μοίρα μας», λέει ο Αντώνης της Αγγέλω.
«Και τι θα κάνουμε;» ρωτά ο μπάρμπα Γιάννης.
«Αν βρούνε πολλούς αντίθετους ψήφους, την βάψαμε.»
«Και τι θα ρίξουμε;
Αν κάνουμε και δεν πάμε, άσχημα τα πράγματα.»
Ο νόνος ήπιε λίγο κρασί και σκούπισε τον ιδρώτα με το μανίκι.
«Ψηφίστε τον Μαύρο Αλή.
Δεν είναι ώρα για τέτοια.
Έχουμε δουλειά μπροστά.»
Και τότε μίλησε ο πατέρας μου.
Ήρεμα.
Βαριά.
«Μα πάντα δουλειά θα έχουμε.
Αν ζήσουμε, θα τους πολεμήσουμε.
Διαφορετικά θα μας διαλύσουν.»
Ο μπάρμπα Γιάννης κοίταξε γύρω προσεκτικά.
«Ξέρουν καλά τι σκέφτεται ο καθένας μας…»
Τότε κατάλαβα για πρώτη φορά τι σημαίνει φόβος.
Όχι ο φόβος της φτώχειας.
Ο φόβος να μη χάσεις την αξιοπρέπειά σου.
Πληρωμένοι ρουφιάνοι στα καφενεία τότε.
Πληρωμένοι δημοσιογράφοι σήμερα στα κανάλια και στα ΜΜΕ.
Άλλαξαν τα ρούχα, όχι η δουλειά.
Τότε φοβόντουσαν τον χωρικό που σήκωνε κεφάλι.
Σήμερα φοβούνται τον άνθρωπο που ακόμα σκέφτεται μόνος του.
Πέρασαν εβδομήντα χρόνια.
Και πολλές φορές αναρωτιέμαι:
Άραγε αλλάξαμε πραγματικά;
Ή απλώς μάθαμε να ζούμε πιο ακριβοπληρωμένα σκυφτοί;
Κι όταν σήμερα ακούω τον κόσμο να ψάχνει ξανά ελπίδα, να κοιτά τον Alexis Tsipras ή οποιονδήποτε μπορεί να τους κάνει να πιστέψουν ότι υπάρχει ακόμα λίγη δικαιοσύνη, δεν βλέπω μόνο πολιτική.
Βλέπω εκείνο το αμπέλι.
Τους ιδρωμένους ανθρώπους.
Τα κασκέτα.
Τον θυμό.
Την αξιοπρέπεια.
Γιατί ο άνθρωπος αντέχει τη φτώχεια.
Δεν αντέχει το σκύψιμο.
Στο τέλος βάλαμε τα κασκέτα ούλοι και σηκωθήκαμε.
Κι ο θυμός μάς έδωσε δύναμη να μπατάρουμε τη γη.
Ίσως γιατί βαθιά μέσα μας ξέραμε κάτι που δεν γράφτηκε ποτέ σε βιβλία:
ότι χωρίς αξιοπρέπεια, ο άνθρωπος παύει να είναι άνθρωπος.
Είναι τραγούδι ανθρώπου που κουβαλά βάρος μέσα του.
Έχει εκείνη τη σιωπηλή αξιοπρέπεια των παλιών ανθρώπων του αμπελιού.
Των ανθρώπων που δεν ήξεραν μεγάλα λόγια, αλλά ήξεραν τι σημαίνει να δουλεύεις, να φοβάσαι και παρ’ όλα αυτά να μη σκύβεις.
Ταιριάζει γιατί πίσω από τις νότες ακούγεται σχεδόν η ίδια κουβέντα:
«δεν πάει άλλο.»
Και όπως στο σκίτσο οι εργάτες σηκώνονται και βάζουν τα κασκέτα, έτσι κι αυτό το τραγούδι μοιάζει να σηκώνει αργά το κεφάλι απέναντι σε έναν κόσμο που προσπαθεί να κάνει τον άνθρωπο να ξεχάσει την αξία του.
Δεν φωνάζει.
Δεν κάνει επανάσταση με τύμπανα.
Αλλά αφήνει εκείνη τη βαριά ανθρώπινη αίσθηση πως η αξιοπρέπεια δεν πέθανε ακόμα.


