Ο Μάης τελειώνει.
Τα χόρτα ψήλωσαν, τα αμπέλια κι ελιές δέσανε, και τα χωράφια πήραν εκείνο το χρώμα που παίρνει η γη λίγο πριν μπει στο καλοκαίρι.
Ό,τι είχε να κάνει ο Μάης το έκανε.
Τώρα σειρά έχει ο Ιούνης.
Στο Θιάκι αρχίζουν να πυκνώνουν τα σκάφη.
Ο κόσμος έρχεται για το τριήμερο.
Τα καταμαράν θα γεμίσουν το λιμάνι, τα καφενεία θα ανοίξουν τις καρέκλες τους προς τη θάλασσα, τα πρώτα μπάνια θα γίνουν καθημερινότητα και οι άνθρωποι θα αρχίσουν πάλι τον γνωστό αγώνα του καλοκαιριού.
Τον αγώνα για το μεροκάματο.
Κάποιοι στα εστιατόρια.
Κάποιοι στα δωμάτια.
Κάποιοι στα σκάφη.
Κάποιοι στα χωράφια που ακόμη επιμένουν να θυμίζουν ότι η ζωή δεν γεννήθηκε στα ξενοδοχεία.
Κι ενώ εδώ μετράμε τουρίστες, κρατήσεις και καιρούς, οι μεγάλοι του κόσμου συνεχίζουν να μετράνε πυραύλους, δασμούς και στρατούς.
Ο Τραμπ ξυπνά κάθε μέρα και μοιάζει να ανακατεύει την τράπουλα του πλανήτη.
Μία απειλεί, μία υπόσχεται, μία αλλάζει γνώμη και την άλλη την ξαναλλάζει.
Ο Ζελένσκι συνεχίζει έναν πόλεμο που μοιάζει να μην τελειώνει ποτέ.
Προσπαθεί να κερδίσει χρόνο, να κρατήσει όρθιο τον εαυτόν του και να ελπίζει ότι κάπου θα εμφανιστεί μια καλύτερη διαπραγμάτευση από αυτή που έχει σήμερα μπροστά του.
Η Ευρώπη ψάχνει τον βηματισμό της.
Από τη μία οι κυβερνήσεις φοβούνται την οργή των κοινωνιών που βλέπουν την ακρίβεια να τρώει μισθούς και συντάξεις.
Από την άλλη οι αγορές, οι τράπεζες και οι οικονομικοί μηχανισμοί ζητούν συνεχώς περισσότερη πειθαρχία, περισσότερα μέτρα, περισσότερους περιορισμούς.
Η Κριστίν Λαγκάρντ και οι κεντρικοί τραπεζίτες κοιτούν τους αριθμούς.
Οι πολιτικοί κοιτούν τις κάλπες.
Κι ανάμεσα στους αριθμούς και στις κάλπες βρίσκεται ο απλός άνθρωπος που κοιτά τον λογαριασμό του ρεύματος, το ενοίκιο, το δάνειο, τη σύνταξη και το καλάθι του σούπερ μάρκετ.
Ίσως γι’ αυτό σε όλη την Ευρώπη οι παλιές βεβαιότητες τρίζουν.
Όχι επειδή οι λαοί έγιναν ξαφνικά επαναστάτες.
Αλλά επειδή δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να ζήσουν με αξιοπρέπεια.
Και στο τέλος της ημέρας, ούτε ο ψαράς στο Βαθύ, ούτε ο αγρότης στην Περαχώρι, ούτε ο εργάτης στο Αμβούργο, ούτε ο υπάλληλος στο Κίεβο ζητούν πολλά.
Λίγη ειρήνη θέλουν.
Λίγη δικαιοσύνη.
Και μια ζωή που να τους επιτρέπει να κοιμούνται χωρίς να φοβούνται το αύριο.
Ίσως γι’ αυτό οι κοινωνίες έχουν κουραστεί.
Δεν κουράστηκαν από τη δουλειά.
Από την αβεβαιότητα κουράστηκαν.
Από την αίσθηση ότι οι αποφάσεις παίρνονται πάντα μακριά από αυτούς.
Κι όμως, παρά τα σύννεφα, η ζωή επιμένει.
Η θάλασσα της Ιθάκης θα συνεχίσει να γαληνεύει τα βράδια.
Οι γλάροι θα συνεχίσουν να φωνάζουν πάνω από τα χαιρουλάκια.
Τα παιδιά θα τρέχουν στις παραλίες.
Οι παρέες θα γεμίζουν τα τραπέζια.
Και οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να ελπίζουν.
Γιατί αυτό είναι το μεγαλύτερο πείσμα του ανθρώπου.
Να επιμένει να ζει, ακόμη κι όταν ο κόσμος γύρω του μοιάζει να έχει χάσει το μυαλό του.
επίλογος
Ό,τι είχε να κάνει ο Μάης το έκανε.
Τώρα έρχεται το καλοκαίρι.
τα ιστιοπλοϊκά γεμίζουν το Βαθύ, οι τουρίστες γεμίζουν τις παραλίες και οι θιακοί δίνουν άλλη μια μάχη για να σταθούν όρθιοι.
Γιατί τελικά η πραγματική δύναμη δεν βρίσκεται στους προέδρους, στους στρατηγούς, στους τραπεζίτες και στις αγορές.
Βρίσκεται στους απλούς ανθρώπους που κάθε πρωί σηκώνονται, δουλεύουν, αγαπούν και συνεχίζουν.
Αυτούς δεν κατάφερε ποτέ κανείς να νικήσει.
«Στον δρόμο για την Ιθάκη οι ειδήσεις μικραίνουν και η ζωή μεγαλώνει.
Η θάλασσα δεν λύνει τα προβλήματα του κόσμου.
Σου θυμίζει όμως ποια αξίζουν πραγματικά να σε απασχολούν.»

