Για χιλιάδες χρόνια ο άνθρωπος φοβόταν τη φύση.
Φοβόταν την καταιγίδα, το κρύο, τη φωτιά, τη θάλασσα, τα άγρια ζώα.
Κοίταζε το βουνό και το θεωρούσε απροσπέλαστο.
Κοίταζε το ποτάμι και περίμενε να κατεβάσει τα νερά του.
Κοίταζε τον ουρανό και παρακαλούσε να βρέξει.
Ύστερα άρχισε σιγά σιγά να νικά.
Άνοιξε δρόμους μέσα στα βουνά.
Έφραξε τα ποτάμια.
Έκοψε τα δάση για να κάνει χωράφια και πόλεις.
Έβγαλε κάρβουνο και πετρέλαιο από τα σπλάχνα της γης.
Έφτιαξε μηχανές, εργοστάσια, αυτοκίνητα, αεροπλάνα.
Έφτασε μέχρι το φεγγάρι.
Και κάποια στιγμή πίστεψε πως έγινε αφεντικό.
Νίκησα τη φύση, σκέφτηκε.
Και η φύση δεν του απάντησε.
Δεν είχε λόγο.
Περίμενε.
Σήμερα ο άνθρωπος έχει κλιματισμό στο σπίτι, κλιματισμό στο αυτοκίνητο, ψυγεία, μηχανές, δορυφόρους και υπολογιστές που μπορούν να προβλέψουν τον καιρό.
Και μόλις βγει έξω με σαράντα βαθμούς…
ψάχνει ένα δέντρο να καθίσει από κάτω.
Τόσο απλά.
Χρειάστηκαν χιλιάδες χρόνια πολιτισμού για να ανακαλύψουμε ξανά την αξία μιας σκιάς.
Και ίσως εκεί βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες ειρωνείες της εποχής μας.
Πιστέψαμε ότι πρόοδος σημαίνει να απομακρυνθούμε από τη φύση.
Τσιμεντώσαμε τις πόλεις.
Κλείσαμε τα ρέματα.
Κόψαμε δέντρα γιατί μας εμπόδιζαν.
Κάναμε τον ίσκιο οικοδομήσιμο τετράγωνο.
Και τώρα πληρώνουμε για πέργκολες, τέντες και κλιματιστικά για να ξαναφτιάξουμε τεχνητά εκείνο που ένα δέντρο μάς έδινε δωρεάν.
Δεν σημαίνει ότι πρέπει να γυρίσουμε στις σπηλιές.
Η πρόοδος είναι μεγάλη κατάκτηση του ανθρώπου.
Η επιστήμη μάς έδωσε χρόνια ζωής, υγεία, γνώση, επικοινωνία, ελευθερία από πολλές από τις παλιές δυστυχίες.
Το λάθος δεν ήταν ότι προχωρήσαμε.
Το λάθος ήταν ότι κάποια στιγμή νομίσαμε πως προχωράμε μόνοι μας.
Γιατί όσο προηγμένη κι αν γίνει η τεχνολογία, ο άνθρωπος εξακολουθεί να χρειάζεται νερό.
Χρειάζεται καθαρό αέρα.
Χρειάζεται χώμα που να γεννά.
Χρειάζεται θάλασσα που να έχει ζωή.
Χρειάζεται βροχή.
Και χρειάζεται ένα δέντρο για να σταθεί από κάτω όταν ο ήλιος καίει.
Δεν νικήσαμε λοιπόν τη φύση.
Απλώς μάθαμε να χρησιμοποιούμε ένα μέρος της δύναμής της.
Και ίσως τώρα πρέπει να μάθουμε κάτι δυσκολότερο:
να ζούμε μαζί της χωρίς να χρειάζεται να την καταστρέφουμε για να αποδείξουμε ότι είμαστε ισχυρότεροι.
Ο Μάνος Ελευθερίου έγραψε κάποτε για τους μπαξέδες, για έναν τόπο επιστροφής, μνήμης και ανθρώπινης προσμονής.
Κι εγώ σκέφτομαι σήμερα κάτι πολύ πιο πεζό.
Για να μπορέσουμε κάποτε να ξαναβρεθούμε στους μπαξέδες…
πρέπει πρώτα να φροντίσουμε να υπάρχουν ακόμη μπαξέδες.
Γιατί μπορεί ο άνθρωπος να έφτασε στο φεγγάρι.
Μπορεί αύριο να φτάσει στον Άρη.
Αλλά όταν επιστρέψει στη Γη κουρασμένος από τις κατακτήσεις του,
πάλι μια σκιά θα ψάξει για να ξαποστάσει.
Μόνο που, αν συνεχίσουμε έτσι, πρέπει πρώτα να φροντίσουμε να υπάρχουν ακόμη μπαξέδες για να ξαναβρεθούμε.

