ο θιάκι τον αύγουστο δεν μοιάζει με τόπο που κινδυνεύει να ερημώσει.
δρόμοι γεμάτοι.
λιμάνια γεμάτα.
βίλες γεμάτες.
μαγαζιά γεμάτα.
θαλαμηγοί, τουρίστες, εργαζόμενοι, αυτοκίνητα.
αν κοιτάξεις όμως την ιθάκη τον γενάρη, βλέπεις μια διαφορετική εικόνα.
και ίσως τελικά έναν τόπο δεν πρέπει να τον μετράμε από το πόσοι έρχονται τον αύγουστο, αλλά από το πόσοι μένουν τον χειμώνα.
οι αριθμοί κάτι μας λένε.
στην απογραφή του 2011 ο δήμος ιθάκης είχε 3.231 μόνιμους κατοίκους.
το 2021 είχε 2.774.
μέσα σε δέκα χρόνια χάθηκαν 457 μόνιμοι κάτοικοι.
μείωση 14,1%.
δεν είναι καταστροφή.
είναι όμως καμπανάκι.
και γίνεται σοβαρότερο αν κοιτάξει κανείς τι συμβαίνει γενικότερα στα ιόνια νησιά.
ανάμεσα στις δύο απογραφές, οι ηλικίες 20–29 ετών μειώθηκαν κατά 23% και οι ηλικίες 30–39 κατά 15,1%.
αντίθετα, οι άνθρωποι 60–69 ετών αυξήθηκαν κατά 21,7%.
δηλαδή λιγοστεύουν ακριβώς οι ηλικίες που δουλεύουν, δημιουργούν οικογένειες και κάνουν παιδιά.
δεν φταίει ο ξένος
ας το ξεκαθαρίσουμε.
το πρόβλημα δεν είναι ότι ένας άγγλος, ένας γερμανός, ένας ιταλός ή οποιοσδήποτε άλλος αγοράζει ένα σπίτι στην ιθάκη.
ούτε μπορούμε να πούμε στον θιακό:
«μην πουλήσεις την περιουσία σου».
δική του είναι.
τη δούλεψε, την κληρονόμησε, την πλήρωσε.
έχει κάθε δικαίωμα να την πουλήσει.
το πρόβλημα αρχίζει όταν συμβαίνει συνέχεια κάτι άλλο.
ο θιακός πουλάει.
ο αγοραστής έρχεται έναν ή δύο μήνες τον χρόνο.
το σπίτι αποκτά μεγαλύτερη οικονομική αξία.
αλλά το νησί χάνει έναν μόνιμο κάτοικο.
κι αν το παιδί εκείνου που πούλησε φύγει για την πάτρα, την αθήνα ή το εξωτερικό επειδή εδώ δεν βρίσκει δουλειά και σπίτι, τότε έχουμε ένα παράξενο αποτέλεσμα:
η περιουσία ακριβαίνει, αλλά η κοινωνία μικραίνει.
ούτε φταίει ο εργαζόμενος που έρχεται
το καλοκαίρι η ιθάκη χρειάζεται εργατικά χέρια.
και έρχονται άνθρωποι από άλλα μέρη της ελλάδας και από άλλες χώρες.
καλώς έρχονται.
χωρίς αυτούς πολλές επιχειρήσεις πιθανόν δεν θα μπορούσαν καν να λειτουργήσουν.
αλλά σήμερα μεγάλο μέρος αυτής της οικονομίας είναι εποχικό.
έρχεται ο εργαζόμενος.
δουλεύει πέντε ή έξι μήνες.
τελειώνει η σεζόν.
φεύγει.
την επόμενη άνοιξη έρχεται πάλι κάποιος άλλος.
η οικονομία λειτουργεί.
η κοινωνία όμως δεν μεγαλώνει.
γιατί κοινωνία δεν είναι πόσοι άνθρωποι πέρασαν από έναν τόπο.
είναι πόσοι έμειναν.
πόσοι έφτιαξαν σπίτι.
πόσοι έστειλαν το παιδί τους στο σχολείο.
πόσοι πήγαν στον φούρνο τον φεβρουάριο.
πόσοι έγιναν γείτονες.
πόσοι είπαν κάποτε:
«εδώ θα μείνω».
να έρχεται ο ξένος και να αφήνει ζωή, όχι μόνο χρήμα
αυτό πρέπει να είναι το ζητούμενο.
δεν χρειάζεται να κλείσουμε την ιθάκη.
το αντίθετο.
χρειάζεται να την ανοίξουμε περισσότερο σε ανθρώπους που μπορούν να συνδεθούν πραγματικά μαζί της.
να έρχεται ο ξένος και να επενδύει.
αλλά να δημιουργείται μαζί και δουλειά.
να συντηρείται το σπίτι όλο τον χρόνο.
να δουλεύει ο μάστορας.
ο κηπουρός.
ο λογιστής.
ο μηχανικός.
το κατάστημα.
κι ακόμη καλύτερα, κάποιοι από αυτούς τους ανθρώπους να αποφασίζουν να ζήσουν εδώ.
**ο καλύτερος ξένος για έναν μικρό τόπο δεν είναι μόνο εκείνος που αφήνει χρήματα.
είναι κι εκείνος που αφήνει ζωή.**
να μπορεί ο θιακός να πουλήσει, αλλά το παιδί του να μπορεί να μείνει
εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία.
δεν προστατεύεις την ιθάκη απαγορεύοντας στον πατέρα να πουλήσει.
την προστατεύεις δημιουργώντας τις συνθήκες ώστε το παιδί του να μη χρειάζεται να φύγει.
και σήμερα η τεχνολογία μάς δίνει μια δυνατότητα που πριν από τριάντα χρόνια σχεδόν δεν υπήρχε.
την εξ αποστάσεως εργασία.
κάποτε για να έχεις μια καλή δουλειά έπρεπε να βρίσκεσαι εκεί όπου ήταν η επιχείρηση.
σήμερα μπορείς να βρίσκεσαι στο βαθύ, στο περαχώρι, στον σταυρό ή στο κιόνι και να εργάζεσαι για μια εταιρεία στην αθήνα, στο λονδίνο ή οπουδήποτε αλλού.
αυτό για ένα μικρό νησί είναι τεράστια αλλαγή.
γιατί για πρώτη φορά η απόσταση μπορεί να πάψει να είναι μόνο μειονέκτημα.
χρειάζονται όμως υποδομές.
πολύ καλό και αξιόπιστο διαδίκτυο.
σπίτια για μακροχρόνια κατοικία.
καλές υπηρεσίες.
υγεία.
σχολείο.
μεταφορές.
χώροι όπου μπορεί κάποιος να εργαστεί.
και κυρίως ένα οργανωμένο σχέδιο που να λέει:
έλα να ζήσεις στην ιθάκη δώδεκα μήνες τον χρόνο.
ο τουρισμός να μείνει — αλλά να μην είναι μόνος
ο τουρισμός είναι σήμερα βασικό κομμάτι της οικονομίας της ιθάκης και κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα έλεγε να τον διώξουμε.
το ερώτημα είναι άλλο.
τι θα υπάρχει δίπλα του;
ψηφιακή εργασία.
μικρές επιχειρήσεις.
ποιοτικά τοπικά προϊόντα.
θαλάσσιες υπηρεσίες.
πολιτισμός.
εκπαίδευση.
άνθρωποι που εργάζονται από εδώ για ολόκληρο τον κόσμο.
γιατί αν ολόκληρη η οικονομία στηρίζεται σε εκατό καλοκαιρινές ημέρες, τότε ο τόπος είναι πλούσιος μόνο για εκατό ημέρες.
η κοινωνία όμως χρειάζεται 365.
και ας βάλουμε έναν πραγματικό στόχο
όχι άλλες γενικές κουβέντες για «ανάπτυξη».
ας μετρήσουμε κάθε χρόνο:
πόσοι μόνιμοι κάτοικοι είμαστε.
πόσα παιδιά έχουμε στα σχολεία.
πόσοι νέοι 20–40 ετών μένουν εδώ.
πόσα σπίτια είναι διαθέσιμα για μόνιμη κατοικία.
πόσοι εργαζόμενοι ήρθαν για τη σεζόν και αποφάσισαν να μείνουν.
πόσοι θιακοί που σπούδασαν επέστρεψαν.
πόσοι άνθρωποι εργάζονται από την ιθάκη εξ αποστάσεως.
και τότε θα ξέρουμε αν πραγματικά αναπτυσσόμαστε.
γιατί ανάπτυξη δεν είναι μόνο να ανεβαίνει η τιμή του τετραγωνικού.
ούτε πόσα κότερα μπήκαν στο βαθύ.
ούτε πόσα τραπέζια γέμισαν τον δεκαπενταύγουστο.
**ανάπτυξη είναι να μπορεί ένας νέος άνθρωπος να πει:
«εδώ μπορώ να φτιάξω τη ζωή μου».**
δεν χρειάζεται λοιπόν να πούμε:
να μην έρχονται ξένοι.
να μην αγοράζουν.
να μη πουλάνε οι θιακοί.
να μην έρχονται ξένοι εργάτες.
αυτά δεν σταματούν τον χρόνο.
και ο χρόνος, όπως και η τεχνολογία, προχωράει είτε μας αρέσει είτε όχι.
χρειάζεται κάτι δυσκολότερο.
να προετοιμαστούμε.
να έρχεται ο ξένος και να αφήνει ζωή, όχι μόνο χρήμα.
να μπορεί ο θιακός να πουλήσει, αλλά να μη χρειάζεται το παιδί του να φύγει.
να έρχεται ο εργαζόμενος για τη σεζόν και, αν θέλει, να έχει λόγο να μείνει.
να έρχεται ο τουρίστας το καλοκαίρι, αλλά να υπάρχει κοινωνία και τον χειμώνα.
γιατί μπορεί κάποτε να έχουμε την ακριβότερη ιθάκη που υπήρξε ποτέ.
με πανέμορφες βίλες.
γεμάτα λιμάνια.
πανάκριβη γη.
και χιλιάδες ανθρώπους κάθε αύγουστο.
και παρ’ όλα αυτά να έχουμε αποτύχει.
**γιατί ένας τόπος δεν πεθαίνει όταν σταματούν να τον επισκέπτονται.
πεθαίνει όταν σταματούν να θέλουν να ζήσουν σ’ αυτόν.**
ας φροντίσουμε λοιπόν να μη γίνει ποτέ το θιάκι ένα πανέμορφο νησί…
χωρίς κοινωνία.
«Όλα σε θυμίζουν… γιατί ένας τόπος δεν είναι τα σπίτια, οι βίλες και η αξία της γης του. Είναι οι άνθρωποι, οι φωνές, οι παρέες, τα παιδιά, οι μνήμες. Η τεχνολογία ας μας πάει μπροστά· αρκεί προχωρώντας να μη χάσουμε εκείνα που κάνουν το Θιάκι κοινωνία.»

