σήμερα το πρωί, λίγο μετά τις οκτώ, καθάριζα την πισίνα στη βίλα νηρηίς.
ο ήλιος μόλις είχε ξεπροβάλει από τη θάλασσα, πάνω από τον ορίζοντα.
το νερό ήταν ακίνητο.
ο αέρας σχεδόν δεν φυσούσε.
κάτω από μια ελιά, δίπλα στην πισίνα, πέντε άγγλοι επισκέπτες έτρωγαν το πρωινό τους.
δύο ζευγάρια και ένα νεαρό κορίτσι.
στο διπλανό λιοστάσι έβοσκαν καμιά εικοσαριά πρόβατα.
τα κουδούνια τους ακούγονταν καθαρά μέσα στην πρωινή ησυχία.
ήταν ένας ήχος που ακούω από παιδί.
τόσο συνηθισμένος που σχεδόν δεν τον προσέχω πια.
εκείνη τη στιγμή η πιο ηλικιωμένη κυρία της παρέας γύρισε προς το μέρος μου.
«τι όμορφος ήχος», μου είπε στα αγγλικά.
«σε ηρεμεί.
μου θυμίζει το χωριό όπου γεννήθηκα στην ουαλία.
τώρα μένουμε στο λονδίνο.
μου θυμίζει τη ζωή που χάθηκε.»
έμεινα για λίγο σιωπηλός.
όχι γιατί δεν κατάλαβα τι εννοούσε.
αλλά γιατί κατάλαβα αμέσως.
δεν μιλούσε για φτώχεια.
δεν μιλούσε για χρήματα.
δεν μιλούσε για πολυτέλειες.
μιλούσε για έναν κόσμο που έφυγε.
για τα χωριά που άδειασαν.
για τις γειτονιές που έγιναν πολυκατοικίες.
για τις αυλές που έγιναν πάρκινγκ.
για τα παιδιά που μεγάλωσαν και έφυγαν.
για τις ζωές που έγιναν πιο εύκολες αλλά όχι πάντα πιο όμορφες.
σκεφτόμαστε συχνά την πρόοδο σαν κάτι που μόνο κερδίζεται.
και πράγματι κερδίσαμε πολλά.
ζούμε περισσότερο.
ταξιδεύουμε περισσότερο.
επικοινωνούμε με ολόκληρο τον πλανήτη μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.
όμως κάθε εποχή έχει και το τίμημά της.
κάπου στην πορεία χάσαμε την ησυχία.
χάσαμε τον χρόνο.
χάσαμε την αργή κουβέντα.
χάσαμε τους ήχους που συνόδευαν τη ζωή των ανθρώπων για αιώνες.
ίσως γι’ αυτό τόσοι άνθρωποι από τις μεγάλες πόλεις ταξιδεύουν σήμερα σε μικρά νησιά, σε χωριά, σε βουνά και σε ακρογιαλιές.
δεν ψάχνουν μόνο διακοπές.
δεν ψάχνουν μόνο ήλιο και θάλασσα.
ψάχνουν κάτι που δεν μπορούν εύκολα να εξηγήσουν.
ψάχνουν μια αίσθηση.
μια ανάμνηση.
ένα κομμάτι του εαυτού τους που έμεινε πίσω.
εκείνη η γυναίκα είχε έρθει από το λονδίνο στην ιθάκη.
κι όμως δεν μιλούσε για το λονδίνο.
μιλούσε για ένα χωριό της ουαλίας.
για λίγα πρόβατα.
για τον ήχο από τα κουδούνια τους.
για τη ζωή που χάθηκε.
κι εγώ, καθώς συνέχιζα να σπρώχνω τη σκούπα μέσα στο νερό της πισίνας, άκουγα τα ίδια κουδούνια.
για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια τα άκουσα διαφορετικά.
σαν να μου θύμιζαν κι εμένα κάτι.
ότι ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με ανέσεις.
δεν ζει μόνο με χρήματα.
δεν ζει μόνο με τεχνολογία.
ζει και με μνήμες.
ζει και με τόπους.
ζει και με ήχους.
και καμιά φορά ένας ήχος από ένα λιοστάσι στην ιθάκη αρκεί για να ταξιδέψει έναν άνθρωπο πίσω σε ολόκληρη τη ζωή του.
ίσως τελικά η μεγαλύτερη νοσταλγία να μην είναι για τα νιάτα.
ίσως να είναι για εκείνη τη ζωή που χάθηκε χωρίς να το καταλάβουμε.
γράφει ο νιόνιος ο μανιάς του μήδη
η «κόρδοβα» δεν μιλά μόνο για έναν τόπο.
μιλά για εκείνες τις εικόνες που μένουν μέσα μας όταν όλα τα άλλα αλλάζουν.
για τις μυρωδιές, τους ήχους και τους ανθρώπους που κουβαλάμε μια ζωή.
όπως τα κουδούνια των προβάτων που ταξίδεψαν μια γυναίκα από την ιθάκη πίσω σε ένα χωριό της ουαλίας.
γιατί καμιά φορά η μεγαλύτερη πατρίδα δεν είναι ο τόπος.
είναι η μνήμη.


