
iloveithaki.gr, 27/4/2026
λέγανε ένα ανέκδοτο παλιά…
ανέβαινε, λέει, ένας μετεωρολόγος στο βουνό
να ελέγξει τα όργανα στην κορφή.
στο δρόμο περνά από μια στάνη.
έξω καθόταν ένας βοσκός.
τον χαιρετά.
κι ο βοσκός του λέει:
— πού πας βρε παλικάρι;
σε λίγο θα πιάσει μπόρα χοντρή…
ο μετεωρολόγος κοιτά τον ουρανό.
καθαρός.
ούτε σύννεφο.
γελάει.
— τι λες βρε άνθρωπε;
ήλιος είναι…
κι ο βοσκός του απαντά:
— μάης είναι…
σε λίγο,
ο ουρανός μαύρισε.
βροχή.
καταιγίδα.
χαλάζι.
μετά από ώρα κατεβαίνει ο μετεωρολόγος
μούσκεμα ως το κόκκαλο.
τον βλέπει ο βοσκός και χαμογελά.
— καλά…
πώς το ήξερες;
κι ο βοσκός ξύνει το κεφάλι του και λέει:
— να…
εδώ πάνω δεν κάνουμε και συχνά μπάνιο…
κι όταν είναι να βρέξει
με πιάνει μια παράξενη φαγούρα στ’ απόκρυφα…
όσο πιο δυνατή η φαγούρα…
τόσο πιο μεγάλη η μπόρα…
κι όσο κι αν γελάμε…
πολλές φορές ο βοσκός
πέφτει πιο μέσα απ’ τα μοντέλα.
μέχρι χθες,
οι εφαρμογές έδειχναν βροχές.
από πρωτομαγιά
ως τις πέντε του μάη.
βροχές, λέει.
κι εγώ, σαν μόνιμος εργάτης της γης στο θιάκι,
κοίταζα τον ουρανό με μισό μάτι
και το χορτοκοπτικό με το άλλο.
να μπω;
να περιμένω;
να ρισκάρω;
σήμερα ξύπνησα,
άνοιξα το κινητό,
κι ο μάης… άλλαξε γνώμη.
ήλιοι.
λιακάδες.
20 και 21 βαθμούς.
λες κι ο ουρανός
ξέχασε τι μας έταζε χθες.
έτσι είναι η άνοιξη.
η εποχή
που ο ουρανός διστάζει.
το πρωί σου χαμογελά
και το βράδυ
σου στέλνει σύννεφο.
σου δίνει ελπίδα
και μετά σε δοκιμάζει.
οι παλιοί στο νησί
δεν είχαν εφαρμογές.
είχαν μάτια.
κοίταζαν το βουνό.
διάβαζαν το πέλαο.
μύριζαν τον αέρα.
έβλεπαν τα γλαρόνια
αν πετούν ψηλά ή χαμηλά.
έβλεπαν το χρώμα της δύσης.
κι έλεγαν:
«αύριο θα βρέξει.»
κι έπεφταν πιο μέσα
από τα σημερινά μοντέλα.
γιατί τα μοντέλα,
όσο καλά κι αν έγιναν,
στα δέκα μερόνυχτα
δείχνουν τάσεις.
όχι βεβαιότητες.
και τώρα πια,
με την κλιματική αλλαγή,
η ατμόσφαιρα έγινε νευρική.
σαν άνθρωπος αγχωμένος.
αλλάζει διαθέσεις.
φέρνει ξαφνικές μπόρες.
ξαφνικές ζέστες.
ξαφνικούς αέρηδες.
κι εδώ στο θιάκι
μια βροχή του μάη
δεν είναι απλή υπόθεση.
φέρνει χόρτα.
πολλά χόρτα.
κι εμείς μετά
με τα χορτοκοπτικά,
τις τσάπες,
τα σκαλιστήρια
και τα νεύρα μας…
να τρέχουμε να προλάβουμε
πριν ξεραθούν
και γίνουν προσάναμμα
του καλοκαιριού.
ο παράδεισος
θέλει δουλειά.
κι ο μάης
δεν σε ρωτάει.
σου πετάει μια βροχή
εκεί που άπλωσες σχέδια.
και μια λιακάδα
εκεί που φοβήθηκες.
έτσι μάθαμε τόσα χρόνια στη θάλασσα.
να κοιτάζουμε τα όργανα.
μα να εμπιστευόμαστε
και το ένστικτο.
γιατί πολλές φορές
το σύννεφο που έρχεται
δεν το γράφει καμία εφαρμογή.
το νιώθει πρώτα
η αλμύρα.
το νιώθει πρώτα
η ψυχή.
επιμύθιο
στο θιάκι,
αν θες να μάθεις τον καιρό του μάη,
μην κοιτάς μόνο το κινητό.
κοίτα τη θάλασσα.
άκου τα φύλλα.
μύρισε τον αέρα.
κι αν νιώσεις κι εσύ
μια… φαγούρα στ’ απόκρυφα…
άσε το χορτοκοπτικό
για αύριο…
δδμανιάς:
νιόνιος μανιάς του μήδη


