Δεν γεννήθηκα αριστερός.
Ο παππούς μου ήταν φιλοβασιλικός και στο σπίτι μου δεν υπήρχε κάποια πολιτική κατήχηση που να με οδηγεί προς μια συγκεκριμένη ιδεολογία.
Από παιδί, όμως, θυμάμαι μια λέξη να με ακολουθεί παντού.
Γιατί;
Δεν ξέρω από πού γεννήθηκε αυτή η ανάγκη.
Ξέρω μόνο ότι ήθελα να καταλαβαίνω.
Άκουγα περισσότερο απ’ όσο μιλούσα.
Οι παλιοί Θιακοί έλεγαν «Μύλο – Παράγκα».
Ήταν ο κυριακάτικος περίπατος στο Βαθύ.
Οι οικογένειες φορούσαν τα καλά τους, οι κοπέλες περπατούσαν με τα κρινολίνα τους και οι νέοι αντάλλασσαν διακριτικά βλέμματα. Ήταν το άτυπο «νυφοπάζαρο» μιας άλλης εποχής.
Λίγο πιο πέρα ήταν το μουράγιο.
Εκεί δεν με τραβούσαν τόσο τα κρινολίνα.
Με τραβούσαν οι άνθρωποι.
Καθόμουν με τις ώρες και άκουγα τους γερόντους να μιλούν.
Πριν από λίγο καιρό ένας παιδικός, αδελφικός μου φίλος μού είπε:
«Θυμάσαι; Δεν μπορούσαμε να σε σηκώσουμε από το μουράγιο. Καθόσουν και άκουγες τους γέροντες με τις ώρες.»
Χαμογέλασα.
Είχε δίκιο.
Ίσως εκεί γεννήθηκε η μεγαλύτερη αγάπη της ζωής μου.
Όχι η πολιτική.
Η αναζήτηση.
Το 1963 μπάρκαρα.
Έμεινα σαράντα εννέα μήνες συνεχόμενα μακριά από την Ελλάδα.
Γνώρισα λαούς, πολιτισμούς, φτώχεια, πλούτο, πολέμους και ανθρώπους κάθε ιδεολογίας.
Μέσα στα καράβια απέφευγα σχεδόν πάντα τις πολιτικές συζητήσεις.
Το πλοίο έπρεπε να ενώνει.
Όχι να χωρίζει.
Μετά τον στρατό γράφτηκα στην ΠΕΠΕΝ, ως αξιωματικός του Εμπορικού Ναυτικού, και παράλληλα στην ΕΝΣΥΠΑ, τη ναυτεργατική παράταξη του ΚΚΕ.
Δούλεψα στον Πειραιά και στην Ιθάκη.
Πήρα μέρος σε συνελεύσεις, αγώνες και οργανωμένες παρεμβάσεις.
Πίστευα ότι υπηρετούσα έναν σκοπό μεγαλύτερο από τον εαυτό μου.
Ύστερα ήρθε η πρώτη μεγάλη απογοήτευση.
Υποθέσεις οικονομικών ατασθαλιών μέσα στην ηγεσία της ΕΝΣΥΠΑ.
Άνθρωποι που ήταν σύντροφοί μου, άνθρωποι με τους οποίους είχαμε δουλέψει χρόνια μαζί.
Δεν ήταν μόνο η πράξη που με πλήγωσε.
Ήταν η διάψευση.
Λίγο αργότερα, σε μια συγκέντρωση της Κομματικής Οργάνωσης Βάσης του ΚΚΕ στην Ιθάκη, διαφώνησα δημόσια.
Δεν με ξανακάλεσαν ποτέ.
Στην αρχή το θεώρησα τιμωρία.
Σήμερα πιστεύω πως ήταν μια μορφή απελευθέρωσης.
Απομακρύνθηκα από την πολιτική.
Για αρκετά χρόνια απέφευγα ακόμη και τις πολιτικές συζητήσεις.
Με τα χρόνια γνώρισα πολιτικά τον Αλέξη Τσίπρα.
Είδα έναν νέο άνθρωπο που, ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί κανείς με όλες τις επιλογές του, μου έδωσε την εντύπωση ότι ήθελε να αγωνιστεί με εντιμότητα και να μειώσει τις μεγάλες κοινωνικές ανισότητες.
Τον παρακολούθησα.
Τον στήριξα.
Και από την εποχή των Αγανακτισμένων άρχισα να γράφω καθημερινά στο iloveithaki.gr.
Όχι γιατί πιστεύω ότι κατέχω την αλήθεια.
Αλλά γιατί εξακολουθώ να αναζητώ.
Καμιά διαδρομή δεν είναι εύκολη.
Ούτε η διαδρομή προς τις ιδέες.
Ούτε η διαδρομή προς τα πιστεύω.
Οι περισσότεροι ξεκινούμε από τις οικογένειές μας, από τις συνήθειες του τόπου μας, από όσα ακούσαμε μικροί.
Ύστερα αρχίζει το δύσκολο ταξίδι.
Οι ερωτήσεις.
Οι αμφιβολίες.
Οι διαψεύσεις.
Οι ελπίδες.
Κάποιοι μένουν εκεί όπου ξεκίνησαν.
Άλλοι αλλάζουν πολλές φορές πορεία.
Και υπάρχουν και εκείνοι που, χωρίς να το καταλάβουν, βρίσκονται κάποια στιγμή… παντρεμένοι όχι με τα κρινολίνα, αλλά με το δίκιο.
Γιατί οι ιδέες δεν είναι κληρονομιά.
Είναι ένα ταξίδι.
Σήμερα, στα ογδόντα μου χρόνια, δεν πιστεύω σε αλάθητα κόμματα.
Δεν πιστεύω σε αλάθητους ηγέτες.
Πιστεύω στη δημοκρατία.
Στον διάλογο.
Στην κοινωνική δικαιοσύνη.
Στη μείωση των ανισοτήτων.
Στην ειρήνη.
Στην ελευθερία της σκέψης.
Πιστεύω πως ο άνθρωπος αξίζει περισσότερο από κάθε ιδεολογία όταν η ιδεολογία ξεχνά τον άνθρωπο.
Και αν υπάρχει κάτι που δεν άλλαξε ποτέ μέσα μου, δεν είναι η κομματική μου επιλογή.
Είναι εκείνο το παιδί που καθόταν στο μουράγιο και ρωτούσε συνέχεια:
Γιατί;
Ίσως τελικά αυτό να είναι το μόνο όπλο που αξίζει να κρατά ένας άνθρωπος σε όλη του τη ζωή.
Το «γιατί».
Γιατί όσο υπάρχει το «γιατί», υπάρχει ελπίδα να πλησιάζουμε λίγο περισσότερο το δίκιο.
— δδμανιάς


