διάβασα μια πολύ σκληρή κριτική επισκέπτη που μόλις γύρισε από την ιθάκη.
δεν θα αναφέρω ούτε ονόματα επιχειρήσεων ούτε ονόματα ανθρώπων.
δεν ξέρω τι ακριβώς έφαγε, τι ποιότητα βρήκε, τι πλήρωσε και αν σε όλα όσα γράφει έχει δίκιο.
ξέρω όμως δύο πράγματα.
η κακιά κριτική είναι άδικη όταν τα ισοπεδώνει όλα.
και η ακρίβεια είναι άδικη όταν δεν έχει αντίκρισμα.
κάπου ανάμεσα στα δύο βρίσκεται η αλήθεια.
φέτος το θιάκι ζει κάτι πρωτόγνωρο.
κόσμος παντού.
το βαθύ γεμάτο.
ο σκίνος γεμάτος θαλαμηγούς.
ο αετός, οι παραλίες, τα χωριά.
άνθρωποι που έχουν τη δυνατότητα να πάνε σχεδόν οπουδήποτε στον κόσμο επιλέγουν την ιθάκη.
κι αυτό είναι καλό.
πολύ καλό.
φέρνει δουλειά.
κρατά επιχειρήσεις ανοικτές.
δίνει μεροκάματα.
φέρνει χρήμα στον τόπο.
αλλά ακριβώς επειδή τα πράγματα πάνε καλά, χρειάζεται κάτι που εύκολα χάνεται όταν υπάρχει μεγάλη ζήτηση.
μέτρο.
ο επισκέπτης δεν είναι πορτοφόλι.
ήρθε στο θιάκι για να περάσει καλά.
να φάει.
να πιει.
να κολυμπήσει.
να γνωρίσει τον τόπο.
να φύγει και να θέλει να ξανάρθει.
από την άλλη, ούτε ο θιακός επαγγελματίας είναι κλέφτης επειδή οι τιμές του είναι υψηλότερες από κάπου αλλού.
το νησί έχει κόστος.
μεταφορές.
ρεύμα.
προμήθειες.
προσωπικό.
φόρους.
μια μικρή τουριστική περίοδο και έναν μεγάλο χειμώνα.
όλα αυτά πληρώνονται.
όμως υπάρχει μια απλή αρχή που την καταλαβαίνει ο καθένας:
άλλο ακριβό κι άλλο ακριβό χωρίς αντίκρισμα.
αν πληρώσω ακριβά και φάω καλά, αν έχω καλή εξυπηρέτηση, καθαριότητα και ποιότητα, μπορεί να γκρινιάξω λίγο στον λογαριασμό.
αλλά θα ξαναπάω.
αν πληρώσω ακριβά και φύγω δυσαρεστημένος, δεν θυμάμαι μόνο τον λογαριασμό.
θυμάμαι και τον τόπο.
κι εδώ είναι το πρόβλημα.
μια κακή εμπειρία σε ένα μαγαζί μπορεί πολύ εύκολα, και άδικα, να γίνει:
«η ιθάκη είναι έτσι».
όπως ακριβώς έγινε και στην κριτική που διάβασα.
κι αυτό είναι άδικο.
γιατί στο θιάκι υπάρχουν επαγγελματίες που δουλεύουν χρόνια, προσέχουν τον πελάτη, προσφέρουν ποιότητα και παλεύουν κάθε καλοκαίρι να βγάλουν τη σεζόν.
δεν μπορούν να μπαίνουν όλοι στο ίδιο σακί.
αλλά ούτε εμείς οι ντόπιοι πρέπει να θυμώνουμε με κάθε αρνητική κουβέντα.
μερικές φορές ο επισκέπτης υπερβάλλει.
μερικές φορές όμως κάτι μας λέει.
κι αντί να τον βρίζουμε, καλό είναι πρώτα να κοιτάμε μήπως κάπου έχει και λίγο δίκιο.
το θιάκι αυτή τη στιγμή είναι στα πάνω του.
κι αυτό είναι ευλογία.
αλλά ο τουρισμός έχει μια κακή συνήθεια.
σήμερα σε αποθεώνει και αύριο σε προσπερνά.
κανένας τόπος δεν απέκτησε πιστούς επισκέπτες επειδή κατάφερε να τους πάρει περισσότερα χρήματα έναν αύγουστο.
τους απέκτησε επειδή όταν έφυγαν είπαν:
«πλήρωσα, αλλά άξιζε.»
αυτό πρέπει να μείνει.
ούτε λοιπόν «όλοι κλέβουν».
ούτε «αφού έχουμε κόσμο, όσο πάει».
μην το παρακάνουμε.
ούτε στην κριτική.
ούτε στις τιμές.
ούτε στην απληστία.
ούτε στην υπεράσπιση των δικών μας επειδή είναι δικοί μας.
ο επισκέπτης πρέπει να σέβεται τον τόπο που επισκέπτεται.
κι εμείς πρέπει να σεβόμαστε τον άνθρωπο που μας επέλεξε.
τόσο απλό.
γιατί ο αύγουστος κρατά έναν μήνα.
η καλή φήμη ενός τόπου χτίζεται χρόνια και μπορεί να χαλάσει πολύ γρηγορότερα.
ας μην το παρακάνουμε λοιπόν.
το θιάκι αξίζει περισσότερο.
— δδμανιάς
«γλυκιά να είναι η γεύση που παίρνει μαζί του ο επισκέπτης από το θιάκι. όχι μόνο από το πιάτο, αλλά από τους ανθρώπους, τη φιλοξενία και τον τόπο. γιατί η καλύτερη κριτική είναι μία: να θέλει να ξανάρθει.» δδμανιάς

